Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Το εμπόριο

Αρχίζουμε απο σήμερα να δημοσιεύουμε μιά σειρά  διηγημάτων που έγραψε ο Παπακαβάσιλας .
Τα διηγήματα επιμελήθηκε ο Χρήστος Κρασάκης.

ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ
Είχαμε φαλίρει και είχαμε χαλάσει τη σεμπριά με τον Γεροντάκη, που πέρναμε κουλούρια και τα πουλούσαμε στα πανηγύρια. Γενόνταν τότες πολλά. Είχαμε φαλίρει. Τα κουλούρια τα αγοράζαμε από το Λάτα τσου Μαλακιούς, δώδεκα λεφτά το ένα και τα πουλούσαμε δύο δεκάρες, όσο τα πούλουνε κι εκείνος.
 Τι έγινε όμως; Ο Λάτας είχε τσακωθεί με το συχωριανό του το Θανάση το Μανάρη- επίσης μεγάλος κουλουρτζής από τσου Μαλακιούς- και στο πανηγύρι των Περλάδων στον Αϊ Γιώργη, ο Λάτας, για να «διώξει» το Μανάρη έβαλε τα κουλούρια του μια πεντάρα το ένα. Και είχε φέρει δύο μεγάλα τερτικά γιομάτα, με το άλογό του.
Ο Μανάρης  δεν ξέρω αν έφυγε ή όχι.
 Ποιος όμως θα παιρνε κουλούρια από εμάς με δύο δεκάρες το ένα, αφού από το Λάτα θα έπαιρνε τέσσερα με τα ίδια λεφτά;
Πήγαμε τότε στο Λάτα, εγώ και ο Γεροντάκης, και του είπαμε να του επιστρέψουμε τα κουλούρια- ακόμα δεν του τα είχαμε πληρώσει- αλλά δε δέχτηκε και μας απείλησε κι όλας λέγοντάς μας, να μη μας νοιάζει τι κάνει εκείνος, αλλά να φροντίσουμε να του πλερώσουμε τα κουλούρια με δώδεκα λεφτά το ένα που είχαμε συμφωνήσει να τα αγοράσουμε.
Τι να κάνουμε κι εμείς, γυρίζαμε τσι ρούγες και τα πουλούσαμε όσο- όσο, για να μη τα ξανακουβαλήσουμε στο χωριό. Αγοράσαμε ύστερα λίγο ψωμί και τυρί να φάμε, και φύγαμε για το χωριό.
 Από τότε τσακωθήκαμε με το Λάτα, και παίρναμε τα κουλούρια από το Θανάση το Μανάρη.
Πηγαίναμε καλά ώσπου μας έτυχε μια αβαρία και χαλάσαμε τη σεμπριά.
.
.
Ο ΔΗΜΟΥΛΙΝΑΣ
Τότε χάλασα και με το μπάρμπα μου το Δημουλίνα τη σεμπριά. Εκείνος με είχε κάμει πραματσούλη.
Γύριζα με τη κόφα έξι- οχτώ χωριά την ημέρα, και πουλούσα σαπούνι, σκάλτσες, σκαλτσουδέτες, μπαμπάκι, ροδέλες για σκαλτσούνια άσπρες και μαύρες, και άλλα ψιλοπράματα. Αγόραζα και αβγά. Τίποτα όμως δεν έκαμα. Μικρά πράματα έβγανα. Καλύτερα βέβαια ήταν απ’ το τίποτα.

Εφαλίραμε και με το μπάρμπα, όχι όμως με δική μου υπαιτιότητα. Αντίθετα εγώ τον φοβόμουνα το Δημουλίνα και τον πατέρα μου, γι αυτό φρόντιζα να είμαι σε όλα εντάξει.

Φαλίραμε, γιατί ο Δημουλίνας νόμιζε ότι τα αβγά διατηρούνται  στο αλάτι, όπως ο χοίρος, που αλάτουνε κάθε χρόνο. Και για να μάσω εγώ πενήντα ντουζίνες αβγά από τον Αύγουστο, περάσανε άλλοι δυο μήνες. Εκείνος τα έβαλε στο αλάτι και τα άφησε εκεί μέχρι να ακριβύνουν(!)
Κλούβιασαν και σάπικαν όλα, και φαλίραμε.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Μια χρονιά ο Δημουλίνας είχε φυτέψει στα «βρυσούδια» αγγουριές και του είχαν πάει πάρα πολύ καλά.
Καθότανε με τον πατέρα μου σε μια άκρη και τις καμαρώνανε, γεμάτες άνθια και μικρά- μικρά αγγούρια!
Τότε ο πατέρας μου του λέει:
- Μπράβο μπάρμπα, εφέτος θα κάμεις πολλά αγγούρια. Οι αγγουριές σου πάνε μια χαρά!
Ο Δημουλίνας δεν απάντησε αμέσως. Έμεινε για αρκετή ώρα σκεπτικός, και τέλος λέει στον πατέρα μου:
- Δε θα βαρίσεις το Θωμά;
- Γιατί μπάρμπα να βαρίσω το Θωμά;
- Για να μη φάει τα αγγούρια όταν θα μεγαλώσουνε…

Ήμουν κι εγώ εκεί. Μα το Σταυρό!!

Χρήστος.