Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

...Και ένα ποίημα των παλαιών χρόνων.

Η Μαρία Κυριάκη (η θυγατέρα μου) το άκουσε απο την Ουρανία του Μίαρη και μου το έστειλε

Ερόδισε η ανατολή Και ξημερώνει η δύση
Γλυκοχαράζουν τα βουνά Κι ο Αυγερινός τραβιέται
 Παν’ τα πουλάκια στη βοσκή Κι οι λυγερές στη βρύση
Πάω κι εγώ κι ο μαύρος μου  Και τα λαγωνικά μου

Βλέπω μια κόρη που ‘πλενε σε μαρμαρένια γούρνα
Τη χαιρετώ, δε χαιρετά , της κρένω, δε μου κρένει

Σαράντα σίκλους έβγαλε...........
Κι απάνω στους σαράντα δυο τη βλέπω δακρυσμένη
Γιατί δακρύζεις λυγερή και βαριαναστενάζεις;
Μην απεινάς μην αδιψάς, μην έχεις κακή μάνα;

Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μήτε κακή μάνα έχω
Έχω τον άντρα μου στην ξενιτιά και λείπει δέκα χρόνια
 Κι αν δε φανεί, κι αν δε τον δω, καλόγρια θα γίνω
Θα πάω σ’ άγρια βουνά, θα στήσω μοναστήρι
Και στο κελί θα σφραγιστώ......
Αυτόν θα τρώει η μαύρη ξενιτιά  κι εμέ τα μαύρα ράσα........

Συνεχίζει το επικού τύπου τραγούδι/ποίημα, αλλά η Ουρανία του Μίαρη, ετών 88, δεν το θυμάται.
Η Μαρία του Κίτσου λέει ότι το ξέρει και η Κυρά Μαίρη (του Ρόπα)
"Ψιθύρισέ της το στο αυτί και να δεις που θα το θυμηθεί" μου είπε.

Μαρία Κυριάκη

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Το εμπόριο (συνέχεια 1)

Συνέχεια των διηγημάτων του Παπακαβάσιλα όπως τα επιμελήθηκε ο Χρήστος Κρασάκης

Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΣΤΑΝΗ
Εδώ θέλω να γράψω για ένα άλλο εμπόριο, μια άλλη σεμπριά που εκάμαμε τρείς σέμπροι: Ο Καστάνης, ο Σαμιώτης του Κoκόλη, κι εγώ. Με κατ ανάγκη δάσκαλο- αφού ήξερε τη δουλειά- το Στεφανή του Μπούγκου!
Εγώ με το Σαμιώτη ειμάστενε σχεδόν ίσια στα χρόνια, δεκαεφτά- δεκαοχτώ χρονών. Ο Καστάνης όμως τότε ήταν πάνω από σαράντα, κι ο Στεφανής του Μπούγκου εβδομήντα με εβδομήντα πέντε.
 Ο Καστάνης τότε ήταν ο μεγάλος πραματσούλης. Πραματσούλης με λεφτά! Είχε ψιλικά, αλλά είχε και πανιά! Αυτόν περιμένανε τα παιδιά τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, που θα πήγαινε η μάνα τους, πότε με λεφτά- πότε μπιστιού, να πάρει λίγο πανί, να το δώσουν στη Βασιλική για να τσου κάμει τη μπραέσα και το γιακετί!
Κι από πελατεία, πολύ και καλή. Εχτός από το χωριό μας ακόμα είχε τσου Κυπριανάδες, τη Κληματιά, τσου Ξαθάτες…  Οι Ξαθιώτσες δεν ψώνιζαν από κανέναν άλλον!
ΟΙ ΓΑΪΔΑΡΟΙ
Ο Καστάνης είχε και γάιδαρο. Το λέω αυτό γιατί πολύ λίγοι γάιδαροι ήταν τότε στο χωριό. (ενώ τώωωρα) (!)  Απ’ ότι θυμάμαι είχανε οι Μπουριτσαίοι, οι Τζουγαίοι, ο Χάχαλης, ο Σουβλάκης… είχε και η Γαλάνω γάιδαρο.
Δε λέω ο Ρόκος ο Αρσένης- ο άντρας της- γιατί μήτε αυτός, μήτε ο γιος του ο Θωμάς ανακατεύονταν.
 Ο Ρόκος είχε το ψωμοπουλιό κι εζύμωνε κάθε δεύτερη μέρα, γιατί ψωμί αγοράζανε μόνο εκείνοι, που για πολύ σοβαρό λόγο, δε μπορούσαν να ζυμώσουν στο σπίτι τους.
Μεγάλο το χωριό τότε!
Ο γιος του Ρόκου, ήτανε στο γυμνάσιο στη χώρα τότε, η θυγατέρα του και η ανιψιά του ήταν μικρές.
Γι αυτό, το γάιδαρο τον είχε η Γαλάνω κι έκανε όλα τα θελήματα του χωριού.
Όχι βέβαια γιατί ήταν πονόψυχη, αλλά γιατί έτσι εξασφάλιζε ο γάιδαρος το φαΐ του.
Τι να έκανε μόνη της η καψερή; Να φέρει ξύλα για το φούρνο; Να κρατάει το νοικοκυριό του σπιτιού; Δεν προλάβαινε ούτε να τον «αλλάξει» το γάιδαρο, αν το πρωί τον έδενε κάπου. Γι αυτό όποιος τον χρειαζότανε του τον έδινε ευχαρίστως!!
 Ενώ οι άλλοι- που είχαν το προνόμιο να έχουν δικό τους γάιδαρο- δεν τον έδιναν σε κανέναν για κανένα λόγο.
Πιο παλιά, όλα τα θελήματα του χωριού, τα έκανε ο γάιδαρος τση Πελός. Μέχρι και οι αβγολόοι τον έπαιρναν φορτωμένο αβγά στη χώρα.
Ήμουν μικρός αλλά το θυμάμαι που τον είχε πουλήσει ο πατέρας μου τσου Κυπριανάδες.
Αυτό το γάιδαρο έπαιρνε και (ο Παρτσινέβελος), ο Τζώρτζης ο Αρλιώτης… για να έρχεται από το Λιβάδι, που είναι το σπίτι του, στον Αϊ Νικόλα στα Νερούλια.
Κι έλεγε χαρακτηριστικά: «Φέρτε μου την Πελού να την καβαλικέψω»….
 Ξέφυγα όμως, αλλά δεν πειράζει. Καλλίτερα να ξεφεύγει κανείς για να μαθαίνουμε περισσότερα από την ιστορία του χωριού μας. Γι αυτό θα… ξεφύγω κι άλλες φορές!
 Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΣΤΑΝΗ- 2
Ας συνεχίσω λοιπόν με τη σεμπριά την τόσο ασυνήθιστη λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας μεταξύ μας.
Εγώ με το Σαμιώτη κάναμε ότι θέλαμε χωρίς το φόβο να μας παρεξηγήσουν. Μπορούσαμε να τσακωθούμε αν δε συμφωνούσαμε, να αρπαχτούμε, αλλά και να τα ξαναφτιάξουμε. Παιδιά ήμαστε ό,τι θέλαμε κάναμε!
 Ο Καστάνης όμως;; Ο Άρχοντας του χωριού;;
 Ο Στεφανής του Μπούγκου;; Ο πιο παράξενος γέροντας του χωριού;;
Και να υποφέρει και από δύσπνοια…
Πως, και τι είδος σεμπριά να κάνει αυτή η τετράδα.
 Όλα ξεκίνησαν από τη φτώχια, τη δική μου και του Σαμιώτη.
 Ίσως οι νέοι αναρωτηθούν- και με το δίκιο τους- Δεκαοχτώ χρονώ και φτώχεια πάει; Δεν πάει…
Το ξέρω. Τώρα δεν πάει. Τότε όμως έτσι ήταν η κατάσταση. Δεν υπήρχε δουλειά.
 Όταν βρίσκαμε κεπαρίσσια τα κόβαμε, τα κάναμε σανίδες με τη πριόνα, μισές του αφεντικού που τα είχε και μισές εμείς, και τι βγάζαμε; Τριάντα φράγκα την ημέρα. Σπάνια βρίσκονταν κι αυτά.
Για ν αγοράσουμε ένα τενεκέ γέννημα, να το αλέσουμε να ζυμώσουμε και να το ψήσουμε στο φούρνο μας, θέλαμε δύο μεροκάματα. Τότε όποιος είχε στο σπίτι του ένα σακί γέννημα ήταν ευτυχισμένος. Σχεδόν δυο μήνες ψωμί για μια οικογένεια από τέσσερα άτομα.

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Μιά εξαιρετική προπολεμική φωτογραφία

Μανώλης Βασιλάκης (του ψηλού).
" Η Κατερινίτσω (η γιαγιά μου μάνα του Τάσου του ψηλού) ο Σπύρος Βασιλάκης (πατέρας του Τάσου του ψηλού) που πέθανε από φυματίωση το 1941, η Μπέκω (μάνα του Σπύρου και προγιαγιά μου) και η μικρούλα είναι η Κριμαία αδελφή του Σπύρου που παντρεύτηκε στους Κυπριανάδες και έκανε τέσσερα παιδιά το Γιάννη το γιατρό το Νίκο τον ταχυδρόμο το Ρίκο και τον Δημήτρη."

Ευχαριστώ Μανώλη για τις φωτογραφίες που έστειλες και υπενθυμίζω ότι η προσπάθεια για ένα, σχετικά πλήρες, φωτογραφικό αρχείο Βαλανειού συνεχίζεται. Όσοι  θέλουν μπορούν να στείλουν φωτογραφικό υλικό για να το συμπεριλάβουμε στο αρχείο. Είναι ο καλύτερος τρόπος για να διασωθεί.

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Το εμπόριο

Αρχίζουμε απο σήμερα να δημοσιεύουμε μιά σειρά  διηγημάτων που έγραψε ο Παπακαβάσιλας .
Τα διηγήματα επιμελήθηκε ο Χρήστος Κρασάκης.

ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ
Είχαμε φαλίρει και είχαμε χαλάσει τη σεμπριά με τον Γεροντάκη, που πέρναμε κουλούρια και τα πουλούσαμε στα πανηγύρια. Γενόνταν τότες πολλά. Είχαμε φαλίρει. Τα κουλούρια τα αγοράζαμε από το Λάτα τσου Μαλακιούς, δώδεκα λεφτά το ένα και τα πουλούσαμε δύο δεκάρες, όσο τα πούλουνε κι εκείνος.
 Τι έγινε όμως; Ο Λάτας είχε τσακωθεί με το συχωριανό του το Θανάση το Μανάρη- επίσης μεγάλος κουλουρτζής από τσου Μαλακιούς- και στο πανηγύρι των Περλάδων στον Αϊ Γιώργη, ο Λάτας, για να «διώξει» το Μανάρη έβαλε τα κουλούρια του μια πεντάρα το ένα. Και είχε φέρει δύο μεγάλα τερτικά γιομάτα, με το άλογό του.
Ο Μανάρης  δεν ξέρω αν έφυγε ή όχι.
 Ποιος όμως θα παιρνε κουλούρια από εμάς με δύο δεκάρες το ένα, αφού από το Λάτα θα έπαιρνε τέσσερα με τα ίδια λεφτά;
Πήγαμε τότε στο Λάτα, εγώ και ο Γεροντάκης, και του είπαμε να του επιστρέψουμε τα κουλούρια- ακόμα δεν του τα είχαμε πληρώσει- αλλά δε δέχτηκε και μας απείλησε κι όλας λέγοντάς μας, να μη μας νοιάζει τι κάνει εκείνος, αλλά να φροντίσουμε να του πλερώσουμε τα κουλούρια με δώδεκα λεφτά το ένα που είχαμε συμφωνήσει να τα αγοράσουμε.
Τι να κάνουμε κι εμείς, γυρίζαμε τσι ρούγες και τα πουλούσαμε όσο- όσο, για να μη τα ξανακουβαλήσουμε στο χωριό. Αγοράσαμε ύστερα λίγο ψωμί και τυρί να φάμε, και φύγαμε για το χωριό.
 Από τότε τσακωθήκαμε με το Λάτα, και παίρναμε τα κουλούρια από το Θανάση το Μανάρη.
Πηγαίναμε καλά ώσπου μας έτυχε μια αβαρία και χαλάσαμε τη σεμπριά.
.
.
Ο ΔΗΜΟΥΛΙΝΑΣ
Τότε χάλασα και με το μπάρμπα μου το Δημουλίνα τη σεμπριά. Εκείνος με είχε κάμει πραματσούλη.
Γύριζα με τη κόφα έξι- οχτώ χωριά την ημέρα, και πουλούσα σαπούνι, σκάλτσες, σκαλτσουδέτες, μπαμπάκι, ροδέλες για σκαλτσούνια άσπρες και μαύρες, και άλλα ψιλοπράματα. Αγόραζα και αβγά. Τίποτα όμως δεν έκαμα. Μικρά πράματα έβγανα. Καλύτερα βέβαια ήταν απ’ το τίποτα.

Εφαλίραμε και με το μπάρμπα, όχι όμως με δική μου υπαιτιότητα. Αντίθετα εγώ τον φοβόμουνα το Δημουλίνα και τον πατέρα μου, γι αυτό φρόντιζα να είμαι σε όλα εντάξει.

Φαλίραμε, γιατί ο Δημουλίνας νόμιζε ότι τα αβγά διατηρούνται  στο αλάτι, όπως ο χοίρος, που αλάτουνε κάθε χρόνο. Και για να μάσω εγώ πενήντα ντουζίνες αβγά από τον Αύγουστο, περάσανε άλλοι δυο μήνες. Εκείνος τα έβαλε στο αλάτι και τα άφησε εκεί μέχρι να ακριβύνουν(!)
Κλούβιασαν και σάπικαν όλα, και φαλίραμε.