Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Η χαντακότριτσα…

Του Χρήστου Κρασάκη






«Ο Φτύμιος μάτια μου, δεν ήτανε απ’ αυτουνούς τσου διακοναραίους που πρατούσανε με το σακούλι στον πλάτη, γιομάτοι λίγδες, κι ό,τι τσου δώκουνε. Α, όχι. Ετούτος μάτια μου, ήτανε καλομαθημένος, καθαρός, με τη τρίτσα του, και πράτουνε απίσω από τσου Δεσποτάδες- όπου ήτανε πανηγύρι».

«Ήξερε και να μιλάει. Κι εμίλουνε, κι εμίλουνε αράδα, αλλά μπριχού το φαΐ.
Οι Δεσποτάδες τον ακούγανε και δεν τον εδιώχνανε, κι έτσι έτρωε για μια βδομάδα, μέχρι να πάει στο άλλο πανηγύρι, ξαφνικό να τούρθει...
Άμα έτρωε δεν έλεγε λόγο, για να προκάμει να την εκάμει τίγκα… όπου νάταναι το ύστερό του…».

- Και τι τούκαμες, ορή νόνα, τ/Άργιαρσενιού όπου ήρθε στο χωριό, απίσω απ’ όλους τσου παπάδες και το Δεσπότη;

«Οι Δεσποτάδες ήρθανε από τη χώρα με’ τσι δέκα. Με μια κούρσα μαύρηνε όπως ο κόρακας. Μπροστά εκαθόντουνε ο Δεσπότης, κι απίσω όλη η κουστωδία. Ότα εμπήκανε στο χωριό, η Κίκιω του Χαρίλαου εβάρουνε να ντύσει το Λωνιδίτσι, κι αυτό δε τση καθόντανε. Ο Νίκος ενευρίαζε όπ’ αργούσε να πάει στον Άγιαρσένη. Το Λωνιδίτσι έκανε να βάλει το ποδάρι του μέσα στο βρακί, και τόβγανε…
Η Κίκιω εβλαστήμουνε, ο Νίκος εβιαζώντουνε, και το Λωνιδίτσι έσκαε στα γέλια».

«Εκείνη την ώρα σταματάει η κούρσα μπροστά τση Κίκιως. Η Κίκιω έλεγε στο Λωνιδίτσι: «Έλα Άησπυρίδωνα, βάλε το κρατημένο σου μέσα…», κι ένας παπάς τση λέει μέσα από τη κούρσα:
«Αγαπητή κυρία, καλημέρα σας, και Χρόνια σας Πολλά. Μήπως θα μπορούσατε παρακαλώ να μας υποδείξετε προς τα πού πέφτει ο Ιερός Ναός του Αγίου Αρσενίου;».

«Η Κίκιω είχε φτάκει στο αμή της, κι όπως εβάστουνε το βρακί για να βάλει το Λωνιδίτσι το ποδάρι του μέσα- που αμέσως τόβγανε- τονε κοιτάζει, και του λέει:
«Περίμενε να ντύσω, τον... Άη Σπυρίδωνα πρώτα, και μετά, σου λέω που είναι ό Άγιαρσένης…"
Ύστερις έλεγε ο Δεσπότης του αφέντη σου του άχαρου, «πως στο Βαλανειό οι άνθρωποι χρειάζονται περισσότερη πνευματική εργασία…», -Που νάξερε όπου δεν είχαμε να φάμε… κι απέκια η πνευματική εργασία μας έφαε…».

- Του Φτύμιου, ορή νόνα, τι τούκαμες λέμε;

«Όλοι ήτανε στην εκκλησιά κι εψάλανε, αντάμα κι ο Φτύμιος, κι η μάνα σου η άχαρη επάστρευε τσι πατάτες για να τσι κάμει σκαστές στο φούρνο, που τσου αρέσανε κι άμα σώνανε θα ρχόντανε να πονοφάνε…».

«Αμιά, ο Φτύμιος ήρθε αρώντα στο σπίτι, μπριχού έρθουνε οι άλλοι, κι αρχίνησε να τρώει μοναχός του ό,τι έβρισκε μπροστά του. Κι όλο έλεγε, «πλούσια τα ελέη σου, και πλούσια τα ελέη σου…», ρουμπωμένος…
Η μάνα σου εσκιάχτηκε μη δε φτάκει το φαΐ, κι έστειλε το Θωμά, τση Κατίνας του Καργιόλα, να του δώκει άλλο ένα ταψί που είχε βάλει κι εκείνη, για ούτω…».

«Ισόμα. Όλοι εφάγανε το ύστερό τους. Εφάγανε όλες τσι πατάτες που εκάμαμε στα Βρυσσούδια και που τσείχαμε για ένα χρόνο. Εφάγανε και τον κόκορο- αυτόνε που εξάτρεχε τον πατέρα σου άμα τον έγλεπε- ένα κόκορο σαν τα κρύο τα νερά- τον άχαρο… και τι ωραία όπου ελάλουνε, παιδγιά μου!…».

«Ο Φτύμιος πρώτος ήρθε, τελευταίος ετοιμαζόντουνε να φύγει. Την είχε κάμει τίγκα, και τώρα όλο εμίλουνε, κι επέλουνε τα σάλια από το στόμα του μαζί με τα πατατιά, αφού είχε φάει και τα πατατοφύτια, που να μην έσωνε…».

«Η μάνα σου η κακομοίρα, τον ερώτουνε «αν ήτανε καλό το φαΐ…», και του λόου του τσήλεγε «πως, αν και από ευγένεια, έβαλε ολίγον το δάκτυλόν του εις τον τύπον τον ήλων, εντούτοις, εκατάλαβε πως ήταν… θαυμάσιον…», και τέτοια… Μούρθε βουρλισιά…».

«Είχα στα χέρια μου ένα σίκλο γιομάτονε νερό, που μόλις μούχε φέρει η Έρσα από το πηγάδι. Πάω δελέγκου από πάνω του και του λέω:

«Νάχεις χάρη ορέ, όπου έχεις τη χαντακότριτσα, και θα πάει και το νερό χαμένο… αλλιώς θα σου το πέλουνα απάνω στο κεφάλι, κούτιακα… που έβαλες μοναχά το δάχτυλό σου, ολίγον κιόλας… εσύ έβαλες και τα ποδάρια σου μέσα στο ταψί, κι όχι σ’ αυτόν τον… τύπον…».

«Έφυγε αρώντα. Που να μη συφτάκει να ξανάρθει… Μ’έπιακε και το άσμα μου, και δε μπόρουνα να πάρω τη μπνοή μου η κακομοίρα…».

- Άσθμα νόνα…

«… Και τα βιολιά του Μπεζερή όπ’ ακούω μες στο πέτο μου… τα λέτε άσθμα τώρα, εσείς οι καινούργιοι;…».

(Η νόνα μου η Αλεξάντρα. Πρώτη από αριστερά!).