Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Το εμπόριο

Η σειρά των διηγημάτων του Παπακαβάσιλα που ακολουθεί είναι το τρίτο μέρος και δημοσιεύεται με την επιμέλεια του Χρήστου Κρασάκη.


Ο ΜΥΛΟΣ
Εγώ τότε σε αυτή την ηλικία έκανα και το μυλωνά.
Είχαμε το μύλο στην Ιτιά, εμείς, οι Μπουριτσαίοι, και οι Νταλιεταίοι.
Τον είχαμε μοιράσει κι εγώ είχα ένα μέρος το μήνα, και στις εννιά αυτές μέρες οικονομούσα από τριάντα με σαράντα λίτρες γέννημα, που ζυμώναμε μια- δυο φορές μ αυτό.

Ας πούμε πως τα καταφέρναμε να κουτσοζήσουμε. Εγώ όμως σαν παιδί ήθελα και κάνα φράγκο για καμία κοντσίνα κανένα ούζο, λίγο κρασί…
Τότε στο χωριό, δυο- τρεις έκαναν κρασί, και το έπιναν.
Αν έκαναν οι άλλοι το πούλαγαν για να καλύψουν κάτι πιο αναγκαίο.
Στο μύλο που καθόμουνα τις εννιά μέρες το μήνα, μάζευα βεργιά από ιτιές κι έκανα κανένα κοφίνι.
Τα έφτιαχνα ωραία, και παρ όλο που φτιάχνανε πολλοί στο χωριό, εγώ τα πούλαγα στις Αηδουλίτσες και τσι Κυπριαναδίτσες που έρχονταν να αλέσουν.
Η αλήθεια είναι όμως πως καμία δεν είχε λεφτά να μου πλερώνει αυτό το τάλαρο που ήταν η αξία τους. Με ένα τάλαρο αγόραζες πέντε κάρτα ψωμί ή μια μποτίλια κρασί ή μια ροδέλα ράμματα για μπάλωμα του φτυαριού!

Για να αγοράσεις ένα κουτί τσιγάρα μικρό, από έντεκα τσιγάρα, ακόμη ήθελες μισό φράγκο. Είχε πεντέμισι φράγκα.
Αυτή ήταν η αξία του τάλαρου. Και για να το οικονομήσεις έδινες ένα κοφίνι.
Εγώ έδινα το κοφίνι στην αλεσματάρισσα και όταν έρχονταν να αλέσει ξανά και με εύρισκε στο μύλο μου το έδινε, αν δεν ήμουν εκεί τότε μου το έστελνε με τον Νταλιέτο ή τον Μπουρίτση, τους άλλους μυλωνάδες.


ΤΑ ΤΕΡΤΙΚΑ

Ο Σαμιώτης εβοηθούσε τον πατέρα του κι έφτιαχναν τερτικά. Τις Κυριακές, όσοι έφτιαχναν τερτικά, φόρτωναν τις γυναίκες τους ή άλλες γυναίκες επί πληρωμή, και τα πήγαιναν στα χωριά να τα πουλήσουν, στην τύχη…
Πόσες φορές δεν βρήκαν αγοραστές και τα παράτησαν εκεί και γύρισαν σπίτι τους χωρίς λεφτά και χωρίς τερτικά…
Ο Κοκόλης, για να τα πουλάει εύκολα- τα έδινε πολύ φτηνότερα από τους άλλους- μα κι ο κόσμος που τα αγόραζε από ανάγκη, ήταν φτωχοί άνθρωποι.
Αλλά κανένα πράμα δεν μπορεί να είναι καλό όταν είναι πολύ φτηνό, κι ο Κοκόλης τα πλάκωνε για να φτιάξει πολλά αλλά δεν ήτανε στέρεα, πλέρια.
Εδώ αξίζει να γράψουμε κάτι που έγινε τσου Καρσάδες με τα φτηνά τερτικά του Κοκόλη:
Μια Κυριακή πήγε ο Κοκόλης τσου Καρσάδες, ξεπούλησε τα φτηνά τερτικά γλήγορα, και γύρισε στο χωριό.
Μέσα στη βδομάδα όμως, ένας αγοραστής καρσαδίτης, έγειρε ένα τερτικό ανάποδα- με τον πάτο απάνω και το στόμιο κάτω -όπως κάναμε όλοι τότε για να εξυπηρετηθούμε- και πάτησε απάνω για να φτάκει ένα σταφύλι από την περγουλιά.
Όπως εγδώθηκε για να το κόψει έφυγε ο πάτος του τερτικού κι ο Καρσαδίτης βρέθηκε μέσα στο τερτικό. Το τερτικό του εφτανε μέχρι τη μέση του, και όπως είναι κωνικό το σχήμα του, έμοιαζε με… φούστα!!
Δεν είπε τίποτα παρόλο που σκιάχτηκε, και με ποιόν να τα έβανε;
Πρέπει να πούμε πως ήταν και αγαθός άνθρωπος κι έτσι περίμενε νάρθει η Κυριακή να κάμει τα παράπονά του στο μάστορα, τον Κοκόλη, που αγόρασε το τερτικό.
Πράγματι την Κυριακή να σου ο Κοκόλης τσου Καρσάδες!
Τον πλησιάζει ο Καρσαδίτης και με το ιδιότυπο χιούμορ- τη καρσαδίτικη προφορά- του λέει:
-Δε μου λες πατριώτη, τώρα που μού καμες τη φούστα θα μου κάμεις και το από πάνω, τη μπλούζα;
Ερώτηση που έχει μείνει στην ιστορία και τη λένε σαν ανέκδοτο!
Ο Κοκόλης δεν εκατάλαβε αμέσως και όταν του εξήγησαν οι Καρσαδίτες είπε:
-Εγώ κάνω τερτικά για να βάνουνε πράματα μέσα, κι όχι για να ανεβαίνουνε απάνω από την ανάποδη και μετά να τα κάνουνε φούστες!!
Αυτό ήταν όλο. Τον κέρασε κι όλας ο Καρσαδίτης και η παραξήγηση διαλύθηκε.
Και τώρα καταλαβαίνει ο αναγνώστης πόση ανάγκη είχαμε να οικονομήσουμε κανένα φράγκο, να κεραστούμε σαν παιδιά, που πηγαίναμε περίπατο στο «στάδιο» και περνούσαμε από το μαγαζί του Ντόλου.
Να πάρουμε λίγο ταμπάκο από το Μπάρο- τότε μαθαίναμε να φουμάρουμε- εδούλευε εφημερίδα και πατατόφυλλο που πήγαινε καπνός (κυριολεκτικά).
Γι αυτό έπρεπε να κονομήσουμε όβολα, κάτι να σκεφτούμε, κάτι να κάμουμε- κάποια δουλειά…
Κι έτσι βρήκαμε τι θα κάναμε, που κατά τους υπολογισμούς μας, θα έβγαινε ένα καλό μεροκάματο!!

Ο ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ

Ήταν είκοσι του Αλωναριού, και από τη πρώτη Αυγούστου αρχινούσε το προσκύνημα στον υψηλό Παντοκράτορα. Κρατούσε- και ακόμα κρατάει- τσι έξι πρώτες μέρες του μήνα. Από τη πρώτη Αυγούστου μέχρι τσι έξι που είναι η γιορτή.
Τότε, και μέχρι σήμερα, πήγαιναν πολλοί μικροπωλητάδες, άλλος με σταυρίδια και μέτρες, οι Μαλακιώτες με κουλούρια, κουτσούνες, κοκόρους, πιστόλες και άλλα.
Ακόμα και καρπούζια ανέβαζαν με τσου γαιδάρους.
Εγώ με το Σαμιώτη σκεφτήκαμε να πάμε με κουλούρια. Αλλά για να βγάλουμε περισσότερα όβολα είπαμε να μη τα αγοράσουμε από τσου Μαλακιώτες. Το Λάτα ή τον Μανάρη, και να τα φτιάξουμε μόνοι μας…

Ο ΣΤΕΦΑΝΗΣ ΤΟΥ ΜΠΟΥΓΚΟΥ

Αποφασίσαμε λοιπόν, να πάμε στο Στεφανή του Μπούγκου, που ήξερε να κάνει κουλούρια και είχε και κάποια υλικά που βάζανε μέσα στο ζυμάρι για να γίνουν ωραία. Θα τον πληρώναμε που θα μας έλεγε πώς να τα κάμουμε.
Ο Μπούγκος είχε πάψει να κάνει αυτή τη δουλειά.
Ούτε «κοτσιλιές» έκανε, που τότε τσι πουλούσε στο μαγαζί του μία δεκάρα τη μία. Είχε σταματήσει πριν από έξι μήνες να ανακατώνεται με τα ζυμάρια και τσου φούρνους. Ήταν γέροντας και δεν μπορούσε πια.
Πράγματι, ο Μπούγκος δέχτηκε αμέσως όταν του το προτείναμε.
Τώρα μας έλειπε όμως το κυριότερο… το κεφάλαιο..
Για το κεφάλαιο θα πηγαίναμε στον Καστάνη. Στον πλούσιο του χωριού! Γιατί τότε, μετά από τους λαδέμπορους και δύο μεγάλα μαγαζιά που μας χρέωναν, ήταν ο Καστάνης ο λεφτάς.
Του το είπαμε και δέχτηκε να βάλει το κεφάλαιο εκείνος, εμείς τη δουλειά, και ο Στεφανής τη μαστοριά!
Μέχρι εδώ όλα πήγαιναν καλά.
Ο Στεφανής μας πήρε κάτω στο σπίτι του, που είχε το φούρνο, να μας κάμει θεωρία να ξέρουμε τι θα κάνουμε- όταν θα έφερνε ο Καστάνης τα υλικά από τη χώρα, σύμφωνα με τη παραγγελία που του έδωκε ο Στεφανής ο Μπούγκος.
Είχε λίγο αλεύρι εκεί, μας είπε και το ζυμώσαμε, και μας έδειξε πως θα κάναμε τα κουλούρια, τσι κουτσούνες, τσου κοκόρους, και τα πιστόλια.
Αφού είδε πως τα καταφέρναμε μας είπε εν τάξει. Όταν έρθουνε τα υλικά θα τα φτιάξουμε…

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ

Εδώ πάλε θα κάμω μια παρένθεση για να σας περιγράψω το σπίτι του… μάστορα του Μπούγκου και τα άλλα σπίτια του χωριού.
Ανεβήκαμε απάνω στο πάτωμα από μια σαπρόσκαλα. Από την κόρδα τση σκεπής κρέμονταν ένα κοφίνι από έναν κλίτσιο- πάνω στο κλίτσιο- ήταν δεμένοι ένα μάτσο αδραχτιλιώνοι με τα αγκάθια προς τα ‘πάνω ώστε να εμποδίζουν τσου μποντικούς να μπούνε μέσα στο κοφίνι και να φάνε ό,τι είχε μέσα…
Αυτό ήταν τότε το αρμάρι για κάθε σπίτι, που φυλάγαμε μέσα κάθε τι φαγώσιμο, να μη το βρουν οι μποντικοί.
Το κοφίνι αυτό συνήθως, ήταν μεγάλο- χεροκόφινο- όπως το λέγαμε και ήταν κρεμασμένο σε τόσο ύψος, όσο να το φτάνει ένας μεγάλος. Εκεί εβάναμε το ψωμί- τσι μπαρμπαρέλες- ποιος ζύμωνε τότες με αλεύρι από στάρι…
Αυτό ήταν το ντουλάπι μας.
Ύστερα αν θέλαμε να φυλάξουμε φαΐ για κάποιον που ήταν έξω και θα αργούσε να ‘ρθει, το φυλάγαμε στο συρτάρι του μπάγκου που απάνω τρώγαμε. Αν δεν υπήρχε μπάγκος, τότε μέσα στο φούρνο. Φούρνο είχανε όλοι, τραπέζι;;
Από όσα σπίτια ήξερα- γιατί γύριζα με τον Παπαχάχαλη και κάναμε Παρακλήσεις το δεκαπενταύγουστο ή τα Θεοφάνεια με τα κάλαντα- τα μισά είχανε τραπέζι όπως το λέμε τώρα. Και σκάνιο για να κάθονται, όπως το λέγαμε τότες.
Τότες που κάθονταν να φάνε;
Όλα τα σπίτια είχαν ένα μπαγκούλι ή έναν σουφρά. Το μπαγκούλι είχε τέσσερα κομμάτια ξύλο για πόδια και ήτανε τετράγωνο. Ο σουφράς δεν είχε πόδια, ήταν δύο κομμάτια τάβλες πλάτους σαράντα εκατοστά και καρφωμένη απάνω μια «ρόδα» εβδομήντα εκατοστά διάμετρο.
Το ύψος ήταν το πλάτος τση τάβλας, όπως και στο μπαγκούλι, και τα δύο ποτέ παραπάνω από σαράντα- σαράντα πέντε εκατοστά ύψος.
Εκεί γύρω- γύρω κάθονταν η οικογένεια κι έτρωγε καθισμένοι απάνω τσι κρούσες που ήταν ή από ελιά- χοντρό γογγύλι- ή από κεπαρίσσι ή άλλο ξύλο.
Αυτά ήταν τα έπιπλά μας.
Τα τριτσέλια που φτιάχναμε το κρεβάτι, και η κασέλα, το πιο ακριβό έπιπλο.
Εκεί είχε τη προίκα της η νοικοκυρά. Οι κατσαριόλες, τα ταψιά, τα τηγάνια, ήτανε από χάλκωμα. Τα πιάτα, το μπουκαλέτο ή μαστραπάς, οι κύκαρες, οι τσουκάλες, όλα αυτά ήταν από πηλό και τα φτιάχνανε στη Γαρίτσα!
Μεγάλη πολυτέλεια για κάποιο σπίτι ήταν όταν είχε κάποια ποτήρια από γυαλί και κανένα ρακοπότηρο που πίναμε κουνιάκου του Αϊ Βασιλιού ή όταν κάποιος ήταν άρρωστος και τον πονούσε το στομάχι του…
Είχαμε και κάνα- δύο μπουκάλες, που όταν είχαμε λεφτά, αγοράζαμε κρασί!!
Σοβάδες δεν υπήρχαν στα περισσότερα σπίτια, ούτε στο δικό μου, εχτός από μια κάμαρη που κοιμούντανε ο πατέρας μου με τη μάνα μου.
Το υπόλοιπο σπίτι ήταν «αβέρτο».
Τσι τρύπες από τσι σκαλωσιές τσι χρησιμοποιούσαμε για ράφια. Τσι κλείναμε απ έξω με λίγο πηλό και μια πέτρα και είχαμε από μέσα ένα ράφι που βάναμε απάνω τα τσαρούχια μας μη μας τα πάρουνε τη νύχτα οι σκύλοι, τσι σκάλτσες, και καμιά φορά ακόμα και λεφτά- αν είχαμε.
Η κουζίνα ήταν στον ίδιο χώρο. Κάπου σε μια άκρη η ογνίστρα και ο φούρνος κι εκεί κοντά κι οι… προβατίνες, οι… κότες- αν δεν την είχαν κοπανίσει- το βράδυ όμως εξάπαντος!!
Γάτοι, σκύλοι και τέτοια, δεν είχανε να φάνε. Πάντως αν είχε κανένας, ήτανε όλα μολάδα
Μερικοί χωριανοί είχανε χωρίσει τη κουζίνα από το υπόλοιπο σπίτι με ένα μοροφίνιτο από καλάμια και πηλό για να μη κοτσιλάνε οι κότες στα κρεβάτια μας.
Αυτή είναι η εικόνα από τα σπίτια που γνώρισα όταν ήμουν μικρός.
Και τώρα ας γυρίσουμε στην ιστορία μας που την παρατήσαμε για να δούμε πως ήτανε τα σπίτια του χωριού πριν πενήντα χρόνια.

Ο ΣΤΕΦΑΝΗΣ ΤΟΥ ΜΠΟΥΓΚΟΥ- 2

Ο Καστάνης έφερε όλα τα υλικά που του είχε πει να φέρει ο Στεφανής. Πήγε στη χώρα να ψιωνίσει και για τη δουλειά του, έφερε και τα υλικά για τα κουλούρια.
Τα πήραμε όλα στο σπίτι του Στεφανή και κάναμε- εγώ και ο Σαμιώτης- ό,τι μας έλεγε.
Ζυμώσαμε το αλεύρι, του έριξε ο Στεφανής τη ζάχαρη και ό,τι άλλο ήξερε, έκαψε σε μια κατσαριόλα ζάχαρη, έριξε και μαύρο πιπέρι να γίνουν πιπεράτα. Τα φτιάχναμε, και τα ψήναμε στο φούρνο.
Όταν τελειώσαμε με τα κουλούρια αρχίσαμε να κάνουμε τσι κουτσούνες, τσου κοκόρους, και τσι πιστιόλες.
Αυτά χρειάζονταν ορισμένα χρώματα- και μέσα στο ζυμάρι- να ζυμωθούν μαζί, και μετά με ένα πινελάκι εβάφαμε τα φτερά, τα μάτια, το λειρί, όλα με έντονο κόκκινο χρώμα και έντονο κίτρινο.
Το κίτρινο ο Στεφανής, το έλεγε Τζαφαρώνα!!
Αυτά τα χρώματα μαζί με κάτι άλλο που δεν ξέρω, και που έβαζε μέσα στο ζυμάρι ο Στεφανής, τα είχε μέσα στο κοφίνι που αναφέραμε πιο πάνω.Όταν κατέβασε το κοφίνι από τη κόδρα ο Στεφανής, το κράταγε αγκαλιά του σα να χε ξερά λείψανα μέσα.
Όταν εγώ τον είδα να το κρατά με… τέτοια ευλάβεια, τον ρώτησα με αφέλεια χωρίς να σκεφτώ πως θα πειραχτεί:
-Στεφανή, τι έχεις αυτού στο κοφίνι και το κρατάς έτσι, μπορώ να δω;;
Μου έριξε μια ματιά τόσο εχθρική σα να του έκανα μεγάλη προσβολή και μου ‘πε χωλεμένος:
-Κουτσούλους!!
Εγώ τάχασα, για λίγο όμως, γιατί τον ξέραμε το Στεφανή. Ήταν πολύ παράξενος μα ύστερα από δυο λεφτά δεν έτρεχε τίποτα.
Έτσι, εξακολουθήσαμε τη δουλειά μας ήσυχα μέχρι το βράδυ που είχαμε τελειώσει δυο τερτικά κουλούρια και κουτσούνες. Καταφέραμε να είναι έτοιμα την τελευταία μέρα του Αλωνάρη ώστε να είναι φρέσκα.

ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

Το βράδυ λοιπόν, τσι τριάντα μία του Αλωναριού, πήραμε το γάιδαρο τση Γαλάνως- ο Καστάνης τον ζήτησε που ήταν και γειτόνοι τότες- ετοιμάσαμε ψωμί, ντομάτες, κρεμμύδια, ελιές, και τσι τρεις η ώρα ξημερώνοντας η πρώτη Αυγούστου, φορτώσαμε το γάιδαρο και ξεκινήσαμε με πεντέξι άλλους παρέα από το χωριό.
Στο Ζυγό βρήκαμε και άλλους από άλλα χωριά, και πηγαίναμε όλοι τραγουδώντας, όταν βρίσκαμε ίσιο δρόμο χωρίς ανήφορο.
Περάσαμε το Ζυγό, και φθάσαμε στο δημόσιο δρόμο που έρχεται από τη χώρα και περνάει από το Σπαρτύλα, Σγουράδες, Ομαλή, Επίσκεψη.
Πριν φθάσουμε τσου Σγουράδες είναι ένα μονοπάτι που κόβει αρκετό δρόμο. Είναι όμως πολύ ανηφορικό, και από ‘κει πήγαν όλοι οι άλλοι.
Εμείς- εγώ, ο Σαμιώτης, κι ο Καστάνης- πήγαμε από το δρόμο το δημόσιο, και περάσαμε από τσου Σγουράδες και κάμαμε όλη τη βόλτα.
Εν τω μεταξύ όσο να φτάκουμε κι εμείς στην «Παναγιά τσου δρόμους»- όπως λέγεται το μοναστηράκι κοντά στον Στρινύλα- οι άλλοι είχαν φτάκει στα «Πηγαδούλια» είχαν ανάψει στιά κι έκαναν καφέ.
Εμείς, με το γάιδαρο φορτωμένο, όταν φτάκαμε κοντά στο μοναστήρι, φύγαμε από το δημόσιο δρόμο, πήραμε το μονοπάτι και βρήκαμε όλη τη παρέα στα Πηγαδούλια που κάθονταν και περίμεναν να βράσει το κουκουμί και να γένει ο καφές… καφές; Στάρι ή ρεβίθι με τότσο καφέ μέσα…
Τον καφέ, τη ζάχαρη, και τσι κύκαρες τα είχε ο αρχηγός τση παρέας, που πάντα ήτανε μια γυναίκα, η αρχαιότερη. Αυτή ήξερε καλά το δρόμο, και αυτήν έπρεπε να υπακούμε όλοι. Περισσότερο οι κοπέλες και τα μικρά από έντεκα χρονώ μέχρι δεκάξι.

Τα πηγαδούλια είναι καμιά πεντακοσαριά μέτρα από το δημόσιο δρόμο που πηγαίνει στον Στρινύλα, και δίπλα περνάει το μονοπάτι τση «Παναγίας τσου δρόμους» και φθάνει σε ένα σιάδι, τρία- τέσσερα στρέμματα. Εκεί είναι πολλά ρηχά πηγαδάκια χωρίς τραχεία με πολύ καλό και δροσερό νερό!
Εκεί κάθονταν όλες οι παρέες τότε, γιατί τώρα πηγαίνουν με αυτοκίνητα, ξεκουράζονταν και πίνανε καφέ.
Εκεί λοιπόν, βρήκαμε την παρέα μας μαζί με άλλες παρέες από τα κατωχώρια:
Καρσάδες, Καβαλούρι, Βελονάδες, Περουλάδες. Ξεφορτώσαμε το γάιδαρο, εκάτσαμε λίγο να ξιδρώσουμε, έπιαμε νερό και καφέ, που τον είχε σιάξει η μακαρίτισσα η Φλένια!
Αυτή ήτανε ο αρχηγός τση παρέας από το χωριό μας.
Αφού ξεκουραστήκαμε, φορτώσαμε τα πράματα μας στο γάιδαρο, και ξεκινήσαμε όλοι μαζί για τον Παντοκράτορα. Χωρίς άλλο σταθμό παρά μόνο στα «πατινά κελιά».
Πράγματι, με το που έβγαινε ο ήλιος, χωρίς άλλες περιπέτειες, φτάκαμε στη «μεγάλη στέρνα» που είναι στα πατινά κελιά, στη ρίζα του βουνού.
Εκεί βρήκαμε αναμένες στιές, έπιαμε κι άλλον καφέ, και πήραμε τον ανήφορο για τον Παντοκράτορα. Καλός δρόμος με πολλές στροφές, που σήμερα τον έχουν πλατύνει και ανεβαίνουν τα αυτοκίνητα!
Σε λίγη ώρα φτάκαμε. Ξεφορτώσαμε το γάιδαρο και πήγαμε στην εκκλησιά να προσκυνήσουμε. Πρώτα πήγαμε εγώ με το Σαμιώτη, κι όταν γύραμε, επήγε και ο Καστάνης.

Ύστερα βρήκαμε εκεί σε μια γωνιά μια παλιό πορτα, τη σκουπίσαμε και- από το ένα μέρος- την αποθώκαμε απάνω στο πεζούλι, πίσω από το Άγιο Βήμα της εκκλησιάς. Στο άλλο μέρος βάλαμε μια μεγάλη πέτρα, και κάμαμε ένα πρόχειρο τραπέζι, το σκεπάσαμε με χαρτιά σαν τραπεζομάντιλο, και τοποθετήσαμε τα εμπορεύματα μας σα βιτρίνα: Ένα σωρό κουλούρια στο πίσω μέρος, και μπροστά απλώσαμε τσι κουτσούνες, τσου κοκόρους, τσι πιστιόλες, έτσι που να φαίνονται όμορφα!!
Όπως ήταν χρωματισμένα με έντονα χρώματα, κόκκινα και κίτρινα προπαντός, και βαλμένα με τρόπο ώστε να γλέπει ο κόσμος και να αγοράζει, και δίπλα απλωμένα τα σταυρίδια και οι μέτρες!!
Όλα τα είχαμε σκεφτεί με τον Σαμιώτη, δε σκεφτήκαμε όμως το σπουδαιότερο: Δε μας πέρασε καθόλου από το μυαλό- εμέ και του Σαμιώτη- ό,τι αφού εκάμαμε όλες τσι δουλειές, δε θάμαστε πλέον έμποροι, παρά δούλοι και φύλακες.
Είμαστε παιδιά, και δεν ξέραμε τι θα πει «εκμετάλλευση.» Αυτά τα πράματα τα ξέρουνε καλά οι μεγάλοι, μέχρι σήμερα και πάντα- πάντα έτσι θα γίνεται όταν υπάρχει φτώχεια και δυστυχία. Όταν ο ένας δε χορταίνει με τίποτα- ο άλλος δεν έχει τι να φάει…Έτσι δε θα ‘ναι;;

Ισόμα: Η δουλειά μας θα έπρεπε να είναι έξη μέρες, πιο σωστά, μέχρι να πουλήσουμε όλο το εμπόρευμα. Εμάς όμως η δουλειά μας ήταν αυτή που μας ανάθεσε ο Καστάνης:
Να προσέχουμε τα τερτικά με τα κουλούρια που τα είχε δίπλα του, κι έπαιρνε λίγα- λίγα όπως πουλούσε στον πάγκο. Αυτό όμως κράτησε τσι πρώτες μέρες, γιατί εκανόνισε- αφού τα χωρούσε ο πάγκος- να αδειάσει τα τερτικά, να τα βάλει όλα απάνω, και να τα προσέχει ο ίδιος…
Τα λεφτά απ’ ό,τι πουλούσε τα έβανε στη μπούρσα του, κι εμείς… κοιτάζαμε.

Στο μεταξύ τελειώνανε και τα τρόφιμα που είχαμε πάρει μαζί μας, κι έπρεπε να φάμε εμείς και ο γάιδαρος.
Ο Καστάνης είχε λεφτά κι εύρισκε- ακόμα και φασουλάδα!!!- που πουλούσανε και όποτε ήθελε έτρωγε.
Ο γάιδαρος, λίγα αποφάουδα από ένα άλογο που ήταν εκεί, και από τσου άλλους γαιδάρους. Του αγόραζε και ο Καστάνης μια λίτρα βρώμη την ημέρα, τον ποτίζαμε κι από τη στέρνα, και περνούσε.
Εμείς όμως. Τίποτα…
Λεφτά δε μας έδινε ο Καστάνης. Θα κάναμε λογαριασμό στο τέλος- μας έλεγε- και ότι έχομε πάρα πολλά έξοδα… μας έλεγε.
Γι αυτό, ούτε λίγο- ούτε πολύ, τη μέρα- μεσημεριάτικα- που άδειασε ο Καστάνης τα κουλούρια από τα τερτικά στο πάγκο, μας έστειλε στο χωριό να φέρουμε τρόφιμα, και να πάρουμε πίσω το γάιδαρο και τα άδεια τερτικά.
Κατά τσι τρεις το μεσημέρι, φορτώσαμε τα τερτικά, και ξεκινήσαμε για το χωριό.
Φτάκαμε τσι εφτά το απόγιομα μόλις εκαθόντανε ο ήλιος.
Μόλις μας είδαν οι γονείς μας απόρησαν, όταν τους είπαμε μάλιστα ότι πήγαμε να πάρουμε ψωμί, ελιές, ντομάτες, και θα ξανά πηγαίναμε στον Παντοκράτορα, μας ρώτησαν: «καλά δεν ήταν τίποτα να αγοράσετε να φάτε εκεί, παρά να κάμετε τόσο δρόμο και να ξανά πάτε;»
Εμείς τους είπαμε πως ήτανε, και πως θα πουλάγαμε όλο το εμπόρευμα και θα βγάναμε και διάφορο!!
Αλλά ήρθαμε να φέρουμε το γάιδαρο, ύστερα είμαστε μεγάλοι, τι ανάγκη είχαμε ‘μεις; Για παιγνίδι θα πηγαίναμε πάλε το πρωί στον Παντοκράτορα!
Τι να μας έλεγαν; Μας είπαν κάμετε ότι θέλετε.

Το βράδυ λοιπόν, αφού εφάγαμε τα λάχανά μας, μας ετοίμασαν ψωμί, ελιές, ντομάτες, τα βάλαμε σ’ ένα σακούλι, και για να ασκωθούμε αμπονώρα πήγαμε τση Μαμούλως και κοιμηθήκαμε κάτω από μια ελιά. Κατά τσι τρεις το πρωί κινήσαμε για το ταξίδι μας.
Τσι οχτώ η ώρα, ειμάστενε απάνω στον Παντοκράτορα, πεθαμένοι από το μούδιασμα…
Μας δέχτηκε ο Καστάνης γελαστός, αλλά δουλειά δε μας έδωκε, και αφού είμαστε ελεύθεροι, βρήκαμε έναν ίσκιο και ξαπλώσαμε να κοιμηθούμε μέχρι το μεσημέρι.
Ήταν η τέταρτη μέρα που γυρίσαμε από το χωριό. Ακόμα δυο μέρες θα μέναμε στον Παντοκράτορα.

Η μέρα τση γιορτής, πάντα ξημερώνει με λιγότερους προσκυνητές. Τσι έξι του μηνός, μετά την ολονύκτια ακολουθία, αμέσως γίνεται η λειτουργία.
Με την ανατολή του ήλιου, όλα είχαν τελειώσει. Και οι επίτροποι κατέβαζαν το ασήμι από τις εικόνες. Είναι πολύ το ασήμι γιατί είναι κι οι εικόνες μεγάλες και πολλές, και σκεπασμένες με ασήμι σχεδόν ολόκληρες, εκτός από το πρόσωπο και τα χέρια κάτω από τον καρπό.
Όλο αυτό το ασήμι το φόρτωναν τότε στα μουλάρια και το κατεβάζανε στον Στρινύλα και το ασφάλιζαν.
Και τώρα το ίδιο γίνεται. Με τη διαφορά που τώρα, το φορτώνουν στο αυτοκίνητο.
Αυτό το γράφω για όσους δεν ξέρουνε.
Όσο για το εμπόριο το δικό μας- που μετά από τόσα χρόνια μου ήρθαν όλα στη μνήμη και κάθομαι τώρα και τα γράφω- το δράμα άρχισε όταν ξυπνήσαμε, που μας είχε πάρει ο ύπνος, σαν παιδιά κουρασμένα, κάτω από ένα δέντρο εκεί στο πανηγύρι:
Ενώ είχαν πουληθεί τα δύο τρίτα από τα κουλούρια, καθώς και περισσότερα από τα μισά σταυρίδια, με αυτά που μας είπε ο Καστάνης απογοητευθήκαμε.
Εχάσαμε κάθε ελπίδα πως θα κερδίζαμε κάτι από αυτό το νεγότσιο…

Όταν του ζητήσαμε για δεύτερη φορά, να μας δώκει δέκα φράγκα κάθε μιανού για να πάρουμε κάτι κι εμείς, σαν προκαταβολή από το κέρδος που θα βγάζαμε, αφού έφευγε όλο το εμπόρευμα, αντί να μας δώσει κάτι, μας έδωσε να καταλάβουμε ότι- όχι μόνο δε θα βγάναμε διάφορο- αλλά θα είχαμε ακόμα και ζημιά- από αυτό το νεγότσιο…
Και είχαμε τόσο ανάγκη από αυτό το δεκάρικο… Να αγοράζαμε τουλάχιστον ένα πακέτο τσιγάρα να καπνίζαμε, και όχι να καπνίζουμε κρυφά ταμπάκο, προ πάντων την ημέρα, διότι απαγορεύονταν και είχε μεγάλο πρόστιμο- τριακόσια είκοσι φράγκα- αν σε έπιαναν οι χωροφύλακες, που ήταν γεμάτο το πανηγύρι από δαύτους.
Από αυτό το εμπόριο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, θα βγάναμε καθαρό διάφορο εκατό πενήντα φράγκα ο καθένας!
Αυτά πιστεύαμε, εγώ και ο Σαμιώτης.
Ο Καστάνης όμως είχε άλλα σχέδια, έκανε άλλο λογαριασμό. Γι αυτό μας έδωκε να καταλάβουμε πως μπορεί να μη βγάλουμε τίποτα, από αυτό το νεγότσιο, αλλά να χάσουμε κι όλας…
Απογοητευθήκαμε. Εμείς αλλιώς τα υπολογίζαμε όταν αρχίσαμε τη δουλειά και ριχτήκαμε με τόσο ζήλο.
Νομίζαμε πως θα ήμαστε τρεις σέμπροι και θα πλερώναμε τον Στεφανή το Μπούγκο από το κεφάλαιο.
Αυτό γίνονταν όσο είχαμε δουλειά… Ο Καστάνης ούτε το γάιδαρο δε φόρτωνε. Όλα εγώ με το Σαμιώτη.
Μεγαλύτερος ήταν, τον σεβόμαστε. Όταν όμως αρχίσαμε να πιάνουμε όβολα, εμάς μας έκαμε στη μπάντα, παρ’ όλο που δεν αγγίξαμε ποτέ ούτε ένα φράγκο, απ’ όλο αυτό το εμπόριο, και μας έτρωε και η κούραση.
Και να μας λέει πως μπορεί να χάσουμε κι όλας;;
Το πήραμε λοιπόν κι εμείς απόφαση. Δεν τον ξαναενοχλήσαμε για λεφτά, και όσο για τσιγάρα, πότε κάναμε καμία τράκα από κανένα γνωστό, πότε ταμπάκο από κανέναν άλλον, μακριά από την αστυνομία βέβαια.
Ακόμα, κατά βάθος, πιστεύαμε πως το πράμα θα πουληθεί όλο- όπως κι έγινε- θα κάναμε λογαριασμό, και κάτι θα παίρναμε… και γι αυτό δεν ξαναζητήσαμε προκαταβολή, ούτε παραπονεθήκαμε.
Ίσως ο αναγνώστης κάμει την εύλογη ερώτηση: Γιατί- όταν κοιμόταν ο Καστάνης- δεν πηγαίνατε να πουλάτε εσείς- να πάρετε τα όβολα και να του το πείτε κι όλας;;
Αυτό το σκεφτήκαμε από τη πρώτη φορά που μας είπε ότι δε μας δίνει τίποτα, μέχρι να κάμουμε λογαριασμό.
Πέσαμε όξω όμως και σ’ αυτό. Ξέρω ότι είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως και τα έξι μερόνυχτα που κάναμε το εμπόριο στο Παντοκράτορα, ο Καστάνης δεν κοιμήθηκε ούτε δύο λεφτά.

Όλες αυτές τσι μέρες δεν εγκατέλειψε το πόστο του, παρά μόνο για σωματική του ανάγκη. Όταν πήγαινε μας άφηνε, αλλά φρόντιζε να του ‘ρθει, όταν δεν είχε καθόλου δουλειά…. Μέχρι εκεί έφθασε…
Εμείς, όπως και να χει, φοβόμαστε να κάνουμε καμία κατσαφαλιά… παιδιά μικρά… τι να σκεφτούμε.
Ίσως γιατί τον φοβόμαστε, ίσως για να είμαστε εντάξει, πάντως μια φορά που έλειψε για κατούρημα, ο Σαμιώτης εισέπραξε εφτάμιση φράγκα, και όταν γύρισε του τα ‘δωκε αμέσως.
Εμείς, αφού εκείνος δεν κοιμότανε καθόλου, τη μέρα βρίσκαμε καμιά σκιά και μας έπαιρνε ο ύπνος, γιατί τα βράδια φύσαγε εκεί πάνω, έκανε και κρύο, και σπάνια κοιμόμαστε.
Τα πιο πολλά βράδια, πηγαίναμε έξω από το πορτόνι που είναι ανατολικά, και φαίνονται οι Παλιοσινιές και η χώρα.
Από κει έρχονται όλοι οι νότιοι, καθώς και οι χωραΐτες και οι Μαντουκιώτες.
Φτάνουν μέχρι την παραλία- τα «γλυφά»- με το καΐκι δια θαλάσσης, και μετά ποδαρόδρομο περνούσαν δίπλα από το «έρημο χωριό»- τότε- τώρα δεν ξέρω τι έχει γίνει εκεί.
Όσοι έρχονταν από κει έφθαναν πάντα νύχτα με το καΐκι στα γλυφά, και μετά σιγά- σιγά, διάφορες παρέες ανέβαιναν το βουνό κι έφταναν απάνω χλουμπά- ξημερώματα.

Εγώ με τον Σαμιώτη, αφού δεν είχαμε δουλειά, καθόμαστε ένα βράδυ έξω από το πορτόνι και χαζεύαμε τσι παρέες που ανεβαίνανε.
Κατά τσι δύο και μισή ανέβαιναν μια παρέα από εικοσιπέντε άτομα που αργότερα μάθαμε που ήτανε Μαντουκιώτες. Πιο πολλές γυναίκες, οι άντρες θα τανε πέντε- έξη μόνο.
Αφού ανέβηκαν και τα τελευταία τέσσερα σκαλιά που φθάνουν στο σιδερένιο πορτόνι και μπήκαν στην αυλή της εκκλησιάς, σταμάτησαν τη φασαρία, γιατί εμείς τους ακούγαμε που κουβέντιαζαν πολύ έντονα- σα να τσακώνονταν- ανεβαίνοντας στο βουνό.
Δε μας ένοιαζε όμως τι λέγανε. Εμείς κλαίγαμε την αγρύπνια, την αδεκαρία, και την κούρασή μας.
Όλα θα περνούσαν αν είχαμε κάνα πενηντάρικο.


Η ΣΙΟΡΑ ΑΜΑΛΙΑ ΚΑΙ Η ΣΙΟΡΑ ΚΑΛΛΙΟΠΗ

 Μετά τους είδαμε όλους που πέρασαν και πήγαν να βάλουνε τα πράματα τους μέσα σ’ ένα κελί, ισόγειο, πίσω από την εκκλησία.
Αφού εγκαταστάθηκαν μπήκαν μέσα στην εκκλησία να προσκυνήσουν, και ύστερα από είκοσι λεφτά, γύρισαν δύο γυναίκες από τη παρέα τους, πέρασαν από κοντά μας, πήγαν δύο βήματα πιο κάτω, σταμάτησαν εκεί και άρχισαν πότε η μια και πότε η άλλη να φωνάζουν:
- Σιόρα Αμαλίαααα - η μία
- Σιόρα Καλλιόπηηη – η άλλη.
Η μία είχε φωνή φυσική, γυναικεία. Η άλλη όμως, είχε μια διαπεραστική στριγκλιά φωνή που μας έσπαγε τα τύμπανα.
Φώναξαν τρεις- τέσσερις φορές η κάθε μια και έφυγαν. Μετά από δέκα λεπτά ξανάρθαν και κάνανε το ίδιο.
Το κάνανε δυο- τρεις φορές αυτό και όσο να ξανάρθουν μου λέει ο Σαμιώτης να τις ρωτήσουμε να μάθουμε τι συμβαίνει.
Και πράγματι, όταν ήρθαν αφού τους ζητήσαμε συγνώμη, τις ρωτήσαμε ποιες ήταν αυτές που φωνάζουν και πως δεν ανέβηκαν όλοι μαζί επάνω…
Αυτές - όπως αποδείχτηκε- ζητούσανε αφορμή κάποιος να ενδιαφερθεί και πιάστηκαν από εμάς. Μας παρακάλεσαν, αν θέλαμε, να τσου κάμουμε τη χάρη να πάμε πιο κάτω από δυο- τρεις βόλτες στο δρόμο, που είχαν μείνει πίσω δυο ηλικιωμένες γυναίκες, και θα μας έδιναν δέκα φράγκα κάθε μιανού αν τις βοηθούσαμε να ανέβουν απάνω…
Η χαρά μας δεν περιγράφετε!!
Θα περνούσαμε την ώρα μας, θα κονομάγαμε και το χαρτζιλίκι μας, θα αγοράζαμε και τα τσιγαράκια μας!!
Θα παίρναμε επιτέλους και δυο φέτες καρπούζι που το γλέπαμε όλες αυτές τσι μέρες και το ζηλεύαμε…
Συμφωνήσαμε να πάμε κι όταν θα γυρίζαμε να μας έδιναν οπωσδήποτε το εικοσάρικο που είχαμε συμφωνήσει. Αφού μας είπαν «αλίμονο, τι λέτε τώρα, προς Θεού» και διάφορα τέτοια- είπαμε κι εμείς ότι «από τη χώρα είναι δεν μπορεί να μας γελάσουν». Γιατί όλα- πράματα και άνθρωποι- όταν ήτανε από τη χώρα ήταν καλά!
Αφού τις πιστέψαμε πήραμε το κατήφορο χωρίς φακό ή φανάρι, γιατί πριν ξεκινήσουμε ζητήσαμε από κάποιον που είχε πάγκο ένα φανάρι, αλλά αυτός μας γύρεψε το εικοσάρι που θα μας έδιναν για πληρωμή. Φυσικά δεν δεχτήκαμε κι εκείνος δε μας το δωσε- ένα μεγάλο φανάρι από κάρο με πετρόλιο!
Τέλος αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τον απότομο κατήφορο- είναι πιο απότομος αυτός ο δρόμος από τον άλλον- που έρχονταν ο κόσμος από τα δικά μας τα μέρη, ο δυτικός.
Αφού περάσαμε την τρίτη στροφή, γύρω στα οχτακόσια μέτρα δρόμο, αρχίσαμε να φωνάζουμε μες στο σκοτάδι, τις γυναίκες με τα ονόματά τους:
- Σιόρα Αμαλίαααα
- Σιόρα Καλλιόπηηη.
Καμία απάντηση. Προχωρούσαμε και φωνάζαμε. Τίποτα.
Εκάτσαμε τότε σε μια στροφή, απάνω σε μια πέτρα χωρίς να μιλάμε. Σκεφτήκαμε να γυρίσουμε πίσω, και τότε άκουσε πρώτος κάτι ο Σαμιώτης και μου λέει:
- Ορέ Γιάννη ρολοϊσου. Μου κάζεται που κάτι ακούω...
Πράγματι, αφού ερολοϊστηκα κι εγώ, άκουσα κάτι σαν βογκητό. Βεβαιωθήκαμε ότι αυτό που ακούγαμε έβγαινε από άνθρωπο και προχωρήσαμε προς τα κει φωνάζοντας τα ονόματα των γυναικών που γυρεύαμε. Η μόνη απάντηση ήτανε λίγο πιο δυνατό βογκητό, όμως καταλάβαμε από πού έρχονταν.
Το βογκητό προέρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση που το ακούγαμε μπριχού, και χωρίς δεύτερη σκέψη, κινήσαμε προς τα κει βγαίνοντας από το δρόμο.

Καμιά δεκαπενταριά μέτρα από τη στροφή, μέσα σε μια γούβα ανάμεσα στα βράχια, βρήκαμε πεσιμένη ανάσκελα μια αρκετά ηλικιωμένη γυναίκα, πετσί και κόκαλο, που πολεμούσε να ασκωθεί ορθή και δεν τα κατάφερνε.
Όταν μας άκουσε, γιατί σε τόσο σκοτάδι τι να ‘γλεπε, έβγαλε ένα στεναγμό ανακούφισης, γιατί ενόμιζε πως εκεί θα ξεψυχούσε, αν δε πηγαίναμε- όπως μας είπε αργότερα.
Την επιάκαμε σιγά- σιγά από τσι μασκάλες- ένας από κάθε χέρι- και τη βγάλαμε στο δρόμο. Τη βάλαμε κι έκατσε πάνω σε μια πέτρα, και την ακουμπήσαμε στον όχτο αναπαυτικά σα σε πολυθρόνα!
Σε λίγο που άρχισε να συνέρχεται, αρχίσαμε κι εμείς να τη ρωτάμε για την άλλη γριά. (Αυτή που βρήκαμε ήταν η σιόρα Αμαλία.)- Θα βρίσκαμε και τη σιόρα Καλλιόπη; Ή θα είχε πέσει σε κανένα ριζό η άχαρη και θα ψυχομάχουνε;
Η σιόρα Αμαλία μας είπε ότι ακόμα είχε φως όταν η μεγάλη παρέα προχώρησε και μας άφησε πίσω, και μας περιμένανε πιο πάνω, όταν άρχισε ο ανήφορος του βουνού. Πρατούσαμε σιγά- σιγά, όλοι μαζί- ώσπου φτάκαμε λίγο πιο κάτω απ ‘δω. Τότε σταμάτησε η σιόρα Καλλιόπη και ήθελε κάτι να μου πει, εκάτσαμε λίγο και μούπε πως έχει ανάγκη δέκα λεφτά να «ρίξει λίγο νερό», να κατουρήσει πως το λένε, και η παρέα θα περίμενε- τι θα κάνανε.
«Προχώρησαν λοιπόν οι άλλοι κι εμείς μείναμε πίσω, η Καλλιόπη βγήκε από το δρόμο μες στο σκοτάδι. Εγώ τσ είπα να φυλάγεται και κείνη μου απάντησε πως δε θέλει να τη γλέπουνε, αν ανέβαινε καμία άλλη παρέα μα τσου φακούς.

Ενώ έψαχνε η Καλλιόπη να βρει το κατάλληλο για τη περίσταση μέρος, εγώ επράτουνα σιγά- σιγά τον ανήφορο, μέχρι που έφτακα στη στροφή και μούρθε και μένα η ίδια ανάγκη. Ξέφυγα λοιπόν κι εγώ από το δρόμο για τον ίδιο λόγο και όπως γύριζα έπεσα και βάρισα το γόνα μου και έμεινα εκεί, στη κατάσταση που με βρήκατε. Ο Θεός να σας έχει καλά!!»
Και τώρα, τση λέμε, που θα τη βρούμε; Θυμάσαι που την άφηκες;
Πριν όμως μας απαντήσει, ακούσαμε ένα δυνατό στεναγμό, λίγο πιο κάτω.
Ήταν η σιόρα Καλλιόπη. Και όπως μας είπε- αν και ήτανε κουφή- άκουσε ομιλίες κι έβαλε τα δυνατά της να φωνάξει για να την ακούσουμε μήπως και τη λυπηθούμε.
Η στάση που τη βρήκαμε, δεν περιγράφεται: Ήτανε ξαπλωμένη ανάσκελα και προσπαθούσε με τα χέρια της να σηκωθεί μα ήταν αδύνατο. Όπως η χελώνα που όταν τη γυρίσεις ανάσκελα, δε μπορεί να επανέλθει στην αρχική της θέση. Η χελώνα όμως κάποια στιγμή τα καταφέρνει. Η σιόρα Καλλιόπη, αν δε πηγαίναμε εμείς, εκεί θα ξημέρωνε και, όπως μας είπε, απάνω στη προσπάθεια της να γείρει έτραξε τα νεφρά της και πόνουνε πάρα πολύ.
Είδαμε και πάθαμε μέχρι να τη βγάλουμε στο δρόμο και να τη κουβαλήσουμε κοντά στην άλλη. Τη βάλαμε δίπλα στη φιλονάδα της, κάτσαμε εκεί κοντά κι εμείς, και σκεφτόμαστε πως θα κάναμε να τσι ανεβάσουμε πάνω στο Παντοκράτορα. Γιατί και οι δυο σήκωσαν τα χέρια ψηλά και μας είπανε ότι δεν μπορούνε να κάνουνε βήμα. Κλαίγανε γιατί δε μπορούσαν να πρατήσουνε.
Βέβαια την ευθύνη την είχανε οι άλλοι- η παρέα τους- που τσι παρατήσανε και φύγανε. Όμως κι εμάς δε μας έλεγε η καρδιά να τσι αφήκουμε εκεί και να φύγουμε- ούτε καν το σκεφτήκαμε- ήτανε βέβαια και το εικοσάρι, αλλά αυτό έρχονταν δεύτερο.
Η μόνη επιθυμία μας ήτανε πώς να σώσουμε δυο ψυχές που αν έμεναν όλη νύχτα εκεί μπορούσαν και να πεθάνουν.

ΒΑΣΤΑ ΚΑΡΔΙΑ…

Γι αυτό ζητούσαμε τρόπους. Και ο πρώτος τρόπος ήταν να πιάσουμε μια ο καθένας από το μπράτσο ψηλά στη μασκάλη και να προχωράμε. Δοκιμάσαμε μα δεν τα καταφέρναμε. Δοκιμάσαμε να τσι πιάκουμε από τσι δυο μασκάλες. Αποτύχαμε… ήταν πολύ ραμολιμέντα, δε μπορούσαν καθόλου να πρατούνε.
Δοκιμάσαμε στην πλάτη (καβαλούτσι), τίποτα, γιατί ήτανε πολύ μολάδες.
Ακόμα και ο Σαμιώτης που κουβάλουνε τη πιο αδύνατη- τη σιόρα Αμαλία- δε μπόρουνε.
Τι να κάναμε;
Έκαμα εγώ μια πρόταση: Θα τσι ανεβάζαμε μία- μία: Θα πιέναμε από μια μεριά ο καθένας τη κάθε γριά ξεχωριστά, θα την ανεβάζαμε πενήντα- εξήντα μέτρα, θα την αφήναμε να περιμένει, κι μετά θα κατεβαίναμε για την άλλη… και ούτω καθ εξής…
Το δοκιμάσαμε αλλά ήταν πολύ κουραστικό. Έτσι θα ανεβαίναμε δυο φορές ο καθένας το Παντοκράτορα…
Απορρίψαμε κι αυτό το σκέδιο.
Ενώ σπάγαμε το κεφάλι μας, τι να κάνουμε, η σιόρα Καλλιόπη, η πιο βαριά που κουβάλουνα εγώ, μας λέει: Θα σας πω εγώ τον τρόπο…
Δεν ξέρω αν θα καταλάβετε όπως θα το πω. Πάντως θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω, αυτό το… σύμπλεγμα, όσο πιο αναλυτικά μπορώ:
Η σιόρα Καλλιόπη με ρώτησε πρώτα πως με λένε. Γιάννη τση λέω- Γιάννη λένε και το άλλο το παιδί.

Και τότε μου λέει:

- Άκου παιδί μου Γιάννη τι θα κάμουμε, και θα μας βοηθήσετε να ανεβούμε στη Χάρη Του, να προσκυνήσουμε. Κάμε ό,τι θα σου πω. Δεν είναι δύσκολο, και όταν θα ιδεί κι άλλος ο Γιάννης, ο φίλος σου, ας κάμει κι αυτός το ίδιο: Κάτσε ορθός όπως είσαι, άσκωσε το χέρι σου το αριστερό λίγο… και τα άλλα είναι δική μου δουλειά.

Έκατσα όπως μου είπε. Εκείνη πήγε πίσω μου και κόλλησε απάνω μου. Όπως είχα σηκωμένο το αριστερό χέρι μου, πέρασε το δικό της αριστερό χέρι κάτω από τη μασκάλη μου, κι έφερε την παλάμη της στον δεξιό ωμοπλάτη μου. Από το δεξιό της χέρι, έμπλεξε τα δάχτυλά της στο δεξιό χέρι μου!!

Και μου λέει:

- Προχώρα. Είμαι έτοιμη. Μονάχα λίγο σκουφτός για καλλίτερα.
Το «καλλίτερα» ήταν που η σιόρα Καλλιόπη ήτανε με όλο το βάρος της απάνω μου. Τα ποδάρια της τα έσερνε. Το μόνο καλό ήτανε που είχαμε τα χέρια μας ελεύθερα, εγώ και ο Σαμιώτης…

Προχωρούσαμε- σταματούσαμε. Τσι αποθώναμε κάτω για λίγο, γιατί και σταματημένοι να ήμαστε… αυτές κρεμόντανε από τη πλάτη μας…
Θα εκάμαμε μέχρι οχτώ σταθμούς μέχρι να φτάκουμε.
Τέλος μετά από μια- μιάμιση ώρα ανήφορο, ανεβήκαμε.
Όταν φτάκαμε στην αυλή τση εκκλησιάς, εξέμπλεξαν τα χέρια τους από τη πλάτη μας, και τσι πήραμε σιγά- σιγά, από το μπράτσο, στο κελί που ήτανε η υπόλοιπη παρέα τους. Να τσι δούνε, να μας δώκουνε κι εμάς τα όβολα που είχαμε συμφωνήσει!


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Και τώρα δε ξέρω πώς να το γράψω αυτό που επάθαμε. Γιατί πικραθήκαμε τόσο πολύ, που ακόμα το θυμάμαι:
Όχι μόνο δε μας δώκανε τίποτα, αλλά μας κοροϊδεύανε κι όλας. Και οι άντρες τους, και οι κοπέλες… ακόμα και αυτές που μας είχαν στείλει να τσι φέρουμε, και μαζί τους, είχαμε κάνει τη συμφωνία μας. Και μας έλεγαν σκασμένες στα γέλια:
- Τι άλλο θέλετε ορέ; Εφέρετε αγκαλιά ένα τέτοιο κορίτσι ο καθένας και θέλετε και όβολα;
Και τότε, ο μακαρίτης ο Γιάννης ο Σαμιώτης του Κοκόλη, αφού κατάλαβε που δε θα παίρναμε τίποτα, τσούπε μια φράση- αστειευόμενος- που δε γράφεται εδώ…
Αυτό πάθαμε. Πέρασε κι αυτή η μέρα όπως όλες, και ξημέρωνε η γιορτή.
Κατά τσι τέσσερις η ώρα το πρωί, και αφού πουλήθηκε όλο το εμπόρευμα, κινήσαμε κουρασμένοι, ταλαίπωροι, και οι τρεις σέμπροι για το χωριό μας.
Ξημέρωσε στο δρόμο, και αφού σιγά- σιγά φτάκαμε στο χωριό, θα ‘πρεπε το βράδυ να κάνουμε λογαριασμό…
Ακόμα υπολογίζαμε, ότι αφού πουλήθηκαν όλα, θα παίρναμε εκατό πενήντα φράγκα ο καθένας…
Ο λογαριασμός όμως, δε γίνηκε ποτέ.

Περάσανε τρεις μέρες, και όταν βλέπαμε τον Καστάνη του το λέγαμε κι εκείνος μας έλεγε: Αύριο… δεν αδειάζω τώρα…
Την πέμπτη μέρα έκαμε μόνος του το λογαριασμό και μας είπε:
- Είχαμε πολλά έξοδα παιδιά. Όχι μόνο δεν εβγάλαμε διάφορο, αλλά εχάσαμε και εκατόν ογδόντα φράγκα. Και πρέπει να μου δώσετε από εξήντα φράγκα ο καθένας για τη ζημιά.
Χωρίς βέβαια να ‘χει γίνει καμία ζημιά.
Φυσικά δεν του δώκαμε τίποτα. Ούτε κι αυτός μας ζήτησε τίποτα ποτέ.
Εμείς τι να κάναμε; Ήταν, όπως αναφέρω πιο πάνω, ο δυνατός εκείνη την εποχή.
Ένας από τσου δυνατούς…
Γιατί ήτανε ακόμα και δυο- τρεις άλλοι στο χωριό.

Ό,τι έλεγαν ήταν σωστό. Ό,τι έκαναν ήτανε καλά καμωμένο.

Βαλανειό.  Μάρτης του 1979.   Παπακαβάσιλας.


Επεξεργασία: Χρήστος Κρασάκης.