Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Το εμπόριο (συνέχεια 1)

Συνέχεια των διηγημάτων του Παπακαβάσιλα όπως τα επιμελήθηκε ο Χρήστος Κρασάκης

Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΣΤΑΝΗ
Εδώ θέλω να γράψω για ένα άλλο εμπόριο, μια άλλη σεμπριά που εκάμαμε τρείς σέμπροι: Ο Καστάνης, ο Σαμιώτης του Κoκόλη, κι εγώ. Με κατ ανάγκη δάσκαλο- αφού ήξερε τη δουλειά- το Στεφανή του Μπούγκου!
Εγώ με το Σαμιώτη ειμάστενε σχεδόν ίσια στα χρόνια, δεκαεφτά- δεκαοχτώ χρονών. Ο Καστάνης όμως τότε ήταν πάνω από σαράντα, κι ο Στεφανής του Μπούγκου εβδομήντα με εβδομήντα πέντε.
 Ο Καστάνης τότε ήταν ο μεγάλος πραματσούλης. Πραματσούλης με λεφτά! Είχε ψιλικά, αλλά είχε και πανιά! Αυτόν περιμένανε τα παιδιά τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, που θα πήγαινε η μάνα τους, πότε με λεφτά- πότε μπιστιού, να πάρει λίγο πανί, να το δώσουν στη Βασιλική για να τσου κάμει τη μπραέσα και το γιακετί!
Κι από πελατεία, πολύ και καλή. Εχτός από το χωριό μας ακόμα είχε τσου Κυπριανάδες, τη Κληματιά, τσου Ξαθάτες…  Οι Ξαθιώτσες δεν ψώνιζαν από κανέναν άλλον!
ΟΙ ΓΑΪΔΑΡΟΙ
Ο Καστάνης είχε και γάιδαρο. Το λέω αυτό γιατί πολύ λίγοι γάιδαροι ήταν τότε στο χωριό. (ενώ τώωωρα) (!)  Απ’ ότι θυμάμαι είχανε οι Μπουριτσαίοι, οι Τζουγαίοι, ο Χάχαλης, ο Σουβλάκης… είχε και η Γαλάνω γάιδαρο.
Δε λέω ο Ρόκος ο Αρσένης- ο άντρας της- γιατί μήτε αυτός, μήτε ο γιος του ο Θωμάς ανακατεύονταν.
 Ο Ρόκος είχε το ψωμοπουλιό κι εζύμωνε κάθε δεύτερη μέρα, γιατί ψωμί αγοράζανε μόνο εκείνοι, που για πολύ σοβαρό λόγο, δε μπορούσαν να ζυμώσουν στο σπίτι τους.
Μεγάλο το χωριό τότε!
Ο γιος του Ρόκου, ήτανε στο γυμνάσιο στη χώρα τότε, η θυγατέρα του και η ανιψιά του ήταν μικρές.
Γι αυτό, το γάιδαρο τον είχε η Γαλάνω κι έκανε όλα τα θελήματα του χωριού.
Όχι βέβαια γιατί ήταν πονόψυχη, αλλά γιατί έτσι εξασφάλιζε ο γάιδαρος το φαΐ του.
Τι να έκανε μόνη της η καψερή; Να φέρει ξύλα για το φούρνο; Να κρατάει το νοικοκυριό του σπιτιού; Δεν προλάβαινε ούτε να τον «αλλάξει» το γάιδαρο, αν το πρωί τον έδενε κάπου. Γι αυτό όποιος τον χρειαζότανε του τον έδινε ευχαρίστως!!
 Ενώ οι άλλοι- που είχαν το προνόμιο να έχουν δικό τους γάιδαρο- δεν τον έδιναν σε κανέναν για κανένα λόγο.
Πιο παλιά, όλα τα θελήματα του χωριού, τα έκανε ο γάιδαρος τση Πελός. Μέχρι και οι αβγολόοι τον έπαιρναν φορτωμένο αβγά στη χώρα.
Ήμουν μικρός αλλά το θυμάμαι που τον είχε πουλήσει ο πατέρας μου τσου Κυπριανάδες.
Αυτό το γάιδαρο έπαιρνε και (ο Παρτσινέβελος), ο Τζώρτζης ο Αρλιώτης… για να έρχεται από το Λιβάδι, που είναι το σπίτι του, στον Αϊ Νικόλα στα Νερούλια.
Κι έλεγε χαρακτηριστικά: «Φέρτε μου την Πελού να την καβαλικέψω»….
 Ξέφυγα όμως, αλλά δεν πειράζει. Καλλίτερα να ξεφεύγει κανείς για να μαθαίνουμε περισσότερα από την ιστορία του χωριού μας. Γι αυτό θα… ξεφύγω κι άλλες φορές!
 Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΣΤΑΝΗ- 2
Ας συνεχίσω λοιπόν με τη σεμπριά την τόσο ασυνήθιστη λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας μεταξύ μας.
Εγώ με το Σαμιώτη κάναμε ότι θέλαμε χωρίς το φόβο να μας παρεξηγήσουν. Μπορούσαμε να τσακωθούμε αν δε συμφωνούσαμε, να αρπαχτούμε, αλλά και να τα ξαναφτιάξουμε. Παιδιά ήμαστε ό,τι θέλαμε κάναμε!
 Ο Καστάνης όμως;; Ο Άρχοντας του χωριού;;
 Ο Στεφανής του Μπούγκου;; Ο πιο παράξενος γέροντας του χωριού;;
Και να υποφέρει και από δύσπνοια…
Πως, και τι είδος σεμπριά να κάνει αυτή η τετράδα.
 Όλα ξεκίνησαν από τη φτώχια, τη δική μου και του Σαμιώτη.
 Ίσως οι νέοι αναρωτηθούν- και με το δίκιο τους- Δεκαοχτώ χρονώ και φτώχεια πάει; Δεν πάει…
Το ξέρω. Τώρα δεν πάει. Τότε όμως έτσι ήταν η κατάσταση. Δεν υπήρχε δουλειά.
 Όταν βρίσκαμε κεπαρίσσια τα κόβαμε, τα κάναμε σανίδες με τη πριόνα, μισές του αφεντικού που τα είχε και μισές εμείς, και τι βγάζαμε; Τριάντα φράγκα την ημέρα. Σπάνια βρίσκονταν κι αυτά.
Για ν αγοράσουμε ένα τενεκέ γέννημα, να το αλέσουμε να ζυμώσουμε και να το ψήσουμε στο φούρνο μας, θέλαμε δύο μεροκάματα. Τότε όποιος είχε στο σπίτι του ένα σακί γέννημα ήταν ευτυχισμένος. Σχεδόν δυο μήνες ψωμί για μια οικογένεια από τέσσερα άτομα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: