Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Αύριο αρχίζουνε οι ανακρίσεις…

Χρηστος Κρασακης

(Κατάλληλο: Απαραίτητη η γονική συναίνεση).

Ο Θανάσης ο Τζαχάγιας είχε φυτέψει μία απιδιά τσι Παλιοφυτιές. Μία απιδιά όχι όπως αυτές που είχαμε στο χωριό και κάνανε κάτι μιτσά- μιτσά σαν αμπουρνέλες.
 Ετούτη μάτια μου ήτανε όμορφη σα κοπέλα, στρογγυλή με ωραία φύλλα και θα ‘κανε κάτι απίδια που τα λέγανε κοντούλες. Μεγάλα, πράσινα, με τότσο κόκκινο όσο να τα γλέπεις και να αναγλύφεσαι.

Τηνε πότιζε, τηνε κόπριζε, τηνε σκάλιζε και την καμάρωνε μέχρι που τούβγαλε έξι άνθια.
Εσκιάχτηκε που την είδε τόσο όμορφη. Έκατσε δίπλα της και τση ‘λεγε ένα σωρό πράματα. Ούτε τσι μέλισσες δεν άφηνε να κάθονται πάνω στο ωραία της άνθη. Τσί ‘διωχνε με την απαλάμη του ανάποδα, και τσού’λεγε, «Ελάτε τώρα σώνει, πραήτε αλλού…».
Τότε όλοι τσι Παλιοφυτιές καμαρώνανε την απιδιά του Θανάση του Τζαχάγια όπου ήτανε όμορφη και καρπερή και θα γενότανε ένα θάγμα!

Ο Θανάσης πήγε κι ενημέρωσε το Θύμιο τον αγροφύλακα για τα περαιτέρω:
«Σε ‘δοποιάω για να μη μου πεις που δε σου τώπα. Άμα τα φάνε θα κάμω φόνο…».

Ο Θύμιος ο αγροφύλακας του υποσχέθηκε ότι θα τα φυλάει μέχρι να γένουνε και κανένας δεν πρόκειται να τα πειράξει όσο είναι εκείνος αγροφύλακας στο χωριό.

Του Θύμιου του αγροφύλακα του άρεσε πολύ να βάνει μέσα στο ποτήρι με τη ρετσίνα του, στο μαγαζί του Κανάρη που την έπινε, μια φέτα μήλο, μια φέτα αχλάδι, τότσο ροδάκινο. Την έπινε παρέα πάντα με τον Τάκη τον Σμπίρη!

Ο Τάκης ο Σμπίρης ήτανε πανέξυπνος άνθρωπος. Είχε κι ένα σκύλο που τονε λέγανε Κεμάλ. Ο Κεμάλ συναγωνίζονταν σε εξυπνάδα το αφεντικό του φυσικά.
Ήτανε και κυνηγός ο Τάκης, μα στη ρέντε του όταν γύριζε από το κυνήγι, είχε πάντα μέσα ένα μήλο, ένα αχλάδι ή τότσο ροδάκινο.
Ίσια- ίσια για να πιει στου Κανάρη τη ρετσίνα του μαζί με τον αγροφύλακα τον Θύμιο.
Κυνήγια και διάφορα άλλα θύματα δεν είχε μέσα συνήθως.

Ήτανε τσιντιλώμης. Του άρεσε το καλό φαΐ. Δεν τον ένοιαζε η ποσότητα. Ήθελε λίγο και καλό. Με τότσο σούγο μέσα να βουτήξει μια χαψιά ψωμί και μπόλικο πιπέρι κόκκινο για να του κάμει έγκαψη και να πιει τη ρετσίνα στου Κανάρη.

Η απιδιά ήτανε μιτσή. Τα έξι απίδια είχανε αρχίσει να βαραίνουν, και τα κλαδάκια της λυγίζανε. Ήτανε πράσινα με λίγο κόκκινο- ίσια- ίσια για να σε κάνουνε να αναγλύφεσαι.

Ο Τάκης πέρασε το πρωί κι έκοψε τα δύο. Ένα γι’ αυτόνε, κι ένα για τον αγροφύλακα. Έμεινε η καημένη με τέσσερα μονάχα. Τα δυο της παιδιά χαθήκανε στον πόλεμο…

Το μεσημέρι μέσα στο μαγαζί του Κανάρη, καθότανε σ’ ένα τραπέζι ο Τάκης με τον Θύμιο τον αγροφύλακα κι εκανιάρανε τη ρετσίνα τους- που μέσα είχε τότσο απίδι που όμως ήτανε άνοστο τέλεια- γιατί τσου το’χε φέρει ο Πιτσιρής από τη Χώρα…(?) Έλεγαν…
Από κάτω από το τραπέζι ήτανε ξαπλωμένος ο Κεμάλ κοντά στα πόδια του Τάκη!

Σε ένα άλλο τραπέζι καθότανε ο Μπόγιας με τον Κουτσουνή και το Μονονό, και λέγανε ιστορίες για να γελάνε. Όλα ψέματα. Όλοι το ξέρανε που ήταν ψέματα. Όλοι ακούγανε. Όλοι παίρνανε μέρος στη συζήτηση και κάνανε σκενάρια.

Στο άλλο τραπέζι καθότανε ο Κλίκος με τη παρέα του και παίζανε πρέφα.
Ο Κλίκος όταν άξιζε τον κόπο έριχνε σπόντες, έβανε μπισμπίγια, για να συνεχίζεται απρόσκοπτα το πανηγύρι…

Σε μια γωνιά καθότανε ο Κανάρης που υπόφερε από δυσκοιλιότητα και αναστέναζε από τσου πόνους. Στο χωριό λέγανε πως αναχαράζει. Είχε παραιτηθεί από τα καθήκοντά του ως μπακάλης κ.λ.π., και στον πάγκο ήταν ο Κοκιόρης πιτσιρικάς, που μάθαινε τη δουλειά.

Ο Κανάρης με όλους τσου πόνους και τα γεράματα προσπαθούσε να παρακολουθεί και τον Κοκιόρη που μάθαινε. Ήθελε να σιγουρεύεται κάθε φορά που έφευγε η πελάτισσα αν έγραψε ο Δημήτρης το χρέος στο τεφτέρι, κι έλεγε: «Ωχ ωχ ωχ… δε μπορώ ο άχαρος… μάνα- μάνα- μάνα μου… δε μπορώ…», και ξαφνικά, σα να ξύπναγε από λήθαργο και να γινότανε τελείως καλά, έλεγε του Κοκιόρη: «Δημήτρη το’γραψες;…».

Όμως δεν ήτανε γραπτό να κρατήσει για πολύ αυτή η ωραία ατμόσφαιρα. Όπως όλα τα ωραία πράγματα άρχισε να χαλάει.

Ξαφνικά ακούνε το Θανάση το Τζαχάγια να κατεβαίνει από το Κουλουρίδι απειλώντας θεούς και δαίμονες με πρώτο- από τη μεριά των δαιμόνων- τον αγροφύλακα.

Μπαίνει μέσα στο μαγαζί κραδαίνοντας το χέρι του στη μεριά του αγροφύλακα, «Πράτει, άστα τώρα, πράτει να κάμουμε ανακρίσεις, να πάμε τσου Καρσσάδες, να βρούμε τον Εισαγγελέα να κάμω μήνυση… δε μού’πες που θα τσι φυλάς ορέ;… έτω… μου φάγανε τσι δύο… το ξέρεις;…». Και όπως καταλάγιαζε σιγοψιθύριζε, «…και τσείχα σα θυγατέρες…!».

Η συζήτηση στο μαγαζί, άρχισε να περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα. Λέει ο Μονονός:

«Εγώ, είχα πιάκει μίανε που μού’κλεβε τα σκάμουνα πρωτού τση Κατοχής. Την έβαλα κάτω… και τσή’καμα τα ροκέτα τορκό!… Αμή τώρα;… γυρεύω να τηνε ‘βρω για να κατουρήσω και είναι κρουβησμένη…». Κι ο Κλίκος καπάκι:
«Να κοιτάξεις ορέ, γιατί κρουβήζεται από πίσω… και θα πάθεις καμία ζουμιά…».

Κι ο Κουτσουνής: «Εγώ μια μέρα στου Τσουμπάνη, έπιακα μίανε που μού’κλεβε τα τζίτζιφα… την αρπάζω από το παλακούρι και τση λέω: ή θα κάτσεις τώρα, ή θα το μάθει όλο το χωριό…».
Κι ο Κλίκος: «Οποπώ, ορέ…», και χτυπώντας το δάχτυλό του στο τραπέζι: «Δύο σπαθί!…».

Του Μπόγια του Γιάννη άρχισε να του καλαρέσει που όλοι οι κλέφτες στην ιστορία του κόσμου ήτανε πάντα γυναίκες, αλλά αυτουνού δεν του’χε τύχει να πιάκει καμίανε να θαραπαεί κι εκείνος, κι άρχισε να λέει διστακτικά:
«Εγώ, άμα πιάκω καμίανε θα…».

Μπαίνει στο μαγαζί ο Πιτσιρής, τον άκουσε όπως έμπαινε: «Τι θα τση κάμεις ορέ, αφού δεν έχεις τίποτα, αφού είναι σα μαρίδι… άμα το ‘χανε στο φρόντε κάτι θα μπόρουνες να κάμεις…».

Ο Κλίκος έσκασε στα γέλια. Ο Κανάρης υπόφερε. Ο Κοκιόρης γύρευε τη λάπε για να το γράψει. Ο Κουτσουνής συνέχιζε αλλά δεν άκουγε κανένας. Ο Μονονός ετσώπασε. Ο Γιάννης ο Μπόγιας έλεγε του Πιτσιρή, ότι «άμα τη βγάλει απάνω στο τραπέζι θα φύγουνε όλοι αρώντα…».

Ο Τσάντος καθότανε όξω από το μαγαζί του, απέναντι, χουμάριζε και μονολογούσε: «Κούταβλε Τζαχάγια, με το Σμπίρη που έμπλεξες σιγά μη βρεις την άκρη…».

Ο Θανάσης ο Τζαχάγιας άρχισε να νευριάζει απίσω: «Πότε θ’ αρχινήσεις τσι ανακρίσεις;», ρωτάει τον αγροφύλακα…

- Αύριο. Αύριο Θανάση μου. Αύριο πρωί- πρωί… Αρχίζουνε οι ανακρίσεις!!…

(Στη φωτογραφία ο Ταγός. Ανεβαίνει από τα Τζαβελάτικα και πηγαίνει στου Κανάρη).

(Βαλανειό 1965).

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Η χαντακότριτσα…

Του Χρήστου Κρασάκη






«Ο Φτύμιος μάτια μου, δεν ήτανε απ’ αυτουνούς τσου διακοναραίους που πρατούσανε με το σακούλι στον πλάτη, γιομάτοι λίγδες, κι ό,τι τσου δώκουνε. Α, όχι. Ετούτος μάτια μου, ήτανε καλομαθημένος, καθαρός, με τη τρίτσα του, και πράτουνε απίσω από τσου Δεσποτάδες- όπου ήτανε πανηγύρι».

«Ήξερε και να μιλάει. Κι εμίλουνε, κι εμίλουνε αράδα, αλλά μπριχού το φαΐ.
Οι Δεσποτάδες τον ακούγανε και δεν τον εδιώχνανε, κι έτσι έτρωε για μια βδομάδα, μέχρι να πάει στο άλλο πανηγύρι, ξαφνικό να τούρθει...
Άμα έτρωε δεν έλεγε λόγο, για να προκάμει να την εκάμει τίγκα… όπου νάταναι το ύστερό του…».

- Και τι τούκαμες, ορή νόνα, τ/Άργιαρσενιού όπου ήρθε στο χωριό, απίσω απ’ όλους τσου παπάδες και το Δεσπότη;

«Οι Δεσποτάδες ήρθανε από τη χώρα με’ τσι δέκα. Με μια κούρσα μαύρηνε όπως ο κόρακας. Μπροστά εκαθόντουνε ο Δεσπότης, κι απίσω όλη η κουστωδία. Ότα εμπήκανε στο χωριό, η Κίκιω του Χαρίλαου εβάρουνε να ντύσει το Λωνιδίτσι, κι αυτό δε τση καθόντανε. Ο Νίκος ενευρίαζε όπ’ αργούσε να πάει στον Άγιαρσένη. Το Λωνιδίτσι έκανε να βάλει το ποδάρι του μέσα στο βρακί, και τόβγανε…
Η Κίκιω εβλαστήμουνε, ο Νίκος εβιαζώντουνε, και το Λωνιδίτσι έσκαε στα γέλια».

«Εκείνη την ώρα σταματάει η κούρσα μπροστά τση Κίκιως. Η Κίκιω έλεγε στο Λωνιδίτσι: «Έλα Άησπυρίδωνα, βάλε το κρατημένο σου μέσα…», κι ένας παπάς τση λέει μέσα από τη κούρσα:
«Αγαπητή κυρία, καλημέρα σας, και Χρόνια σας Πολλά. Μήπως θα μπορούσατε παρακαλώ να μας υποδείξετε προς τα πού πέφτει ο Ιερός Ναός του Αγίου Αρσενίου;».

«Η Κίκιω είχε φτάκει στο αμή της, κι όπως εβάστουνε το βρακί για να βάλει το Λωνιδίτσι το ποδάρι του μέσα- που αμέσως τόβγανε- τονε κοιτάζει, και του λέει:
«Περίμενε να ντύσω, τον... Άη Σπυρίδωνα πρώτα, και μετά, σου λέω που είναι ό Άγιαρσένης…"
Ύστερις έλεγε ο Δεσπότης του αφέντη σου του άχαρου, «πως στο Βαλανειό οι άνθρωποι χρειάζονται περισσότερη πνευματική εργασία…», -Που νάξερε όπου δεν είχαμε να φάμε… κι απέκια η πνευματική εργασία μας έφαε…».

- Του Φτύμιου, ορή νόνα, τι τούκαμες λέμε;

«Όλοι ήτανε στην εκκλησιά κι εψάλανε, αντάμα κι ο Φτύμιος, κι η μάνα σου η άχαρη επάστρευε τσι πατάτες για να τσι κάμει σκαστές στο φούρνο, που τσου αρέσανε κι άμα σώνανε θα ρχόντανε να πονοφάνε…».

«Αμιά, ο Φτύμιος ήρθε αρώντα στο σπίτι, μπριχού έρθουνε οι άλλοι, κι αρχίνησε να τρώει μοναχός του ό,τι έβρισκε μπροστά του. Κι όλο έλεγε, «πλούσια τα ελέη σου, και πλούσια τα ελέη σου…», ρουμπωμένος…
Η μάνα σου εσκιάχτηκε μη δε φτάκει το φαΐ, κι έστειλε το Θωμά, τση Κατίνας του Καργιόλα, να του δώκει άλλο ένα ταψί που είχε βάλει κι εκείνη, για ούτω…».

«Ισόμα. Όλοι εφάγανε το ύστερό τους. Εφάγανε όλες τσι πατάτες που εκάμαμε στα Βρυσσούδια και που τσείχαμε για ένα χρόνο. Εφάγανε και τον κόκορο- αυτόνε που εξάτρεχε τον πατέρα σου άμα τον έγλεπε- ένα κόκορο σαν τα κρύο τα νερά- τον άχαρο… και τι ωραία όπου ελάλουνε, παιδγιά μου!…».

«Ο Φτύμιος πρώτος ήρθε, τελευταίος ετοιμαζόντουνε να φύγει. Την είχε κάμει τίγκα, και τώρα όλο εμίλουνε, κι επέλουνε τα σάλια από το στόμα του μαζί με τα πατατιά, αφού είχε φάει και τα πατατοφύτια, που να μην έσωνε…».

«Η μάνα σου η κακομοίρα, τον ερώτουνε «αν ήτανε καλό το φαΐ…», και του λόου του τσήλεγε «πως, αν και από ευγένεια, έβαλε ολίγον το δάκτυλόν του εις τον τύπον τον ήλων, εντούτοις, εκατάλαβε πως ήταν… θαυμάσιον…», και τέτοια… Μούρθε βουρλισιά…».

«Είχα στα χέρια μου ένα σίκλο γιομάτονε νερό, που μόλις μούχε φέρει η Έρσα από το πηγάδι. Πάω δελέγκου από πάνω του και του λέω:

«Νάχεις χάρη ορέ, όπου έχεις τη χαντακότριτσα, και θα πάει και το νερό χαμένο… αλλιώς θα σου το πέλουνα απάνω στο κεφάλι, κούτιακα… που έβαλες μοναχά το δάχτυλό σου, ολίγον κιόλας… εσύ έβαλες και τα ποδάρια σου μέσα στο ταψί, κι όχι σ’ αυτόν τον… τύπον…».

«Έφυγε αρώντα. Που να μη συφτάκει να ξανάρθει… Μ’έπιακε και το άσμα μου, και δε μπόρουνα να πάρω τη μπνοή μου η κακομοίρα…».

- Άσθμα νόνα…

«… Και τα βιολιά του Μπεζερή όπ’ ακούω μες στο πέτο μου… τα λέτε άσθμα τώρα, εσείς οι καινούργιοι;…».

(Η νόνα μου η Αλεξάντρα. Πρώτη από αριστερά!).


Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Δεν παιζόμαστε με τίποτα!!!!!

Το Βαλανειό απέκτησε δικό του μετεωρολογικό σταθμό.

Τον έφτιαξε ο Ιάκωβος Βασιλάκης (του Νταλιμάτσια) και είναι ο ιδιοκτήτης του μετεωρολογικού σταθμού.

Ο Σταθμός εκπέμπει διαδικτυακά και μάλιστα φιλοξενείται σε ένα από τα μεγαλύτερα site, το meteoclub.gr.

Απο το παρακάτω link μπορείτε να βλέπετε τις καιρικές συνθήκες που προβλέπεται να επικρατούν στο χωριό.

http://valanio-kerkyra.meteoclub.gr/


Σύντομα θα έχουμε και σταθμό Μαμούλος, Κάτω Ρούγας, Ντόλου  κλπ  (χεχε)



 




Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Το μεγάλο μας Τσίρκο.

Έγινε με επιτυχία η καθιερωμένη θεατρική παράσταση  από τα παιδιά του χωριού.

Γράφει η Ανθή Κωστελέτου

Καλής εσπέραν αφεντάδες , καλώς ορίσατε κυράδες, απόψε θα παρακολουθήσετε αποσπάσματα από το μεγάλο μας τσίρκο.
Το έργο γράφτηκε το 1973 μέσα στην χούντα .
 Ο Κοφτερός σχολιασμός της Ελληνικής περιπέτειας  και  της παθογένειας του Ελληνικού  Κράτους το καθιστά επίκαιρο και στην Ελλάδα των μνημονίων.

Στην Ελλάδα που σαν τον Κρόνο τρώει τα παιδιά του από την αρχαία Ελλάδα που το μαντείο εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των εκάστοτε ισχυρών , στους αυτοκράτορες του Βυζαντίου , στο  ’21 , στον  Όθωνα και στις μεγάλες δυνάμεις , στο Σύνταγμα και στους αγώνες του λαού , στον ήρωα του ’21 που έφερε την λευτεριά και έγινε δούλος των ξένων δυνάμεων και έπειτα στη Σμύρνη , στο ’40 και τέλος στα δικά μας , στο σήμερα και στους αγώνες των λαών για ελευθερία και για δημοκρατία , σε εποχές δύσκολες που το τέρας δείχνει του πρόσωπό του.






Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Η ετήσια συναυλία της χορωδίας μας

Το Σαββάτο το βράδυ που μας έρχεται (10 Αυγούστου) θα γίνει η ετήσια συναυλία της χορωδίας του Βαλανειού "Το Κόρο".

Θα είναι μια εξαιρετική βραδιά του Αυγούστου με ωραία τραγούδια που τα ετοιμάζουν καιρό τα παιδιά της χορωδίας.

Ο μαέστρος μας Αλέκος χαρτοφύλακας και τα μέλη της χορωδίας θα έχουν την τιμητική τους.

Αξίζει να την παρακολουθήσουμε όλοι.

Την παραπάνω βδομάδα θα τραγουδήσουν για τους Σωκρακίτες.

Η Πλατειούλα του Σωκρακίου θα είναι πολύ όμορφη.

Θα τους συνοδεύσουμε και εκεί.

Χορευτική βραδιά στο χωριό


Ωραία και δροσερή η βραδιά  εχτές το βράδυ στο χωριό.

Ο Πολιτιστικός μας σύλλογος οργάνωσε μια  βραδιά με χορευτικά παραδοσιακά συγκροτήματα  από διάφορα χωριά.

Πολύς κόσμος στην πλατεία μας, μας δόθηκε η δυνατότητα να συναντηθούμε και αρκετοί να χορέψουν μαζί με τους καλεσμένους μας.


Η Μάντε έκανε την παρουσίαση των συγκροτημάτων πολύ ωραία και ο Μάρκος  φρόντιζε την μουσική.

Πάντα τέτοια!

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Εξαιρετική η συναυλία της "Γειτονία" στο Σωκράκι.

Το πολυφωνικό αυτό συγκρότημα των Κυνοπιαστών μας κράτησε όλη νύχτα μαγεμένους

.


Τα πολυφωνικά τραγούδια της Κέρκυρας είναι σπάνιο είδος της μουσικής μας παράδοσης.

Έχουν την ρίζα τους στα πολυφωνικά της Ηπείρου, των Βαλκανίων και της Κάτω Ιταλίας.

Διαδόθηκαν την βυζαντινή εποχή από μετανάστες και καλόγερους του Βυζαντίου μετά την δεύτερη εικονομαχία και έχουν θρησκευτική δομή.

Ένας σολίστας (ο Πάρτης) τραγουδάει μόνος τον στίχο και ακολουθεί ο υπόλοιπος χορός (οι Ισοκράτες).

Είναι σαν βυζαντινή λειτουργία αλλά με τραγούδια ερωτικά η κοινωνικού περιεχομένου.

Στην Κέρκυρα κυριαρχούν είδη μουσικής που έχουν την ρίζα τους στην Αναγέννηση (Όπερα, Τετραφωνικές χορωδίες, αρέκια κλπ.

Ωστόσο είμαστε τυχεροί που ορισμένα χωριά διατήρησαν και το πολυφωνικό τραγούδι.

Η εκτέλεση του πολυφωνικού αυτού τραγουδιού είναι φανερό οτι προέρχεται από το γενικότερο ρεύμα του πολυφωνικού τραγουδιού των περιοχών που προαναφέραμε αλλά έχει πιο "Κερκυραϊκό χρώμα".

Ίσως θα ήταν ωφέλιμο να γίνει μια παρουσίαση των δύο πολιτιστικών ρευμάτων και της ιστορικής τους διαδρομής στην περιοχή μας σε μια εκδήλωση.

Συγχαρητήρια στον "Φιλοπρόοδο σύλλογο Σωκρακίου" στον Σπύρο, τον Αλέξανδρο, το Άγγελο και όλα τα παιδιά που συνέβαλαν να γίνει αυτή η εκδήλωση καθώς και στις εκπληκτικές γυναίκες (και άνδρες) της "Γειτονίας" των Κυνοπιαστών.

Ευχαριστούμε αδέλφια!

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Το ποτάμι στο βαλανειό

Διαβάστε εδώ το αφήγημα του συγχωριανού μας Γ. Ράδου στο Corfu Press

http://www.corfupress.com/news/2011-02-07-01-55-22/28896-to-potami-sto-balaneio

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Η Τζία μου η «Μπεμπούλα»



Θυμάμαι που όταν με πήγαινε ο πατέρας μου στο Μαντούκι για να δούμε τη θειά την Μπεμπούλα την προηγούμενη νύχτα  δεν κοιμόμουν.
Το ταξίδι εκείνα τα χρόνια από το χωριό στην πόλη ήταν  σαν να  ταξίδευες στην άκρη του κόσμου.
Αγωνιούσα για τη μαγεία του ταξιδιού αλλά αγωνιούσα και για το μεσημεριανό γεύμα της Κυριακής στο σπίτι της Θειάς μου της Σοφίας . Για κάποιο λόγο η Νόννα μου η Βανθία την έλεγε «Μπεμπούλα» και της έμεινε .
Μας έβραζε μακαρόνια από του Ζαφειρόπουλου , πεντανόστιμα με σάλτσα φρέσκιας ντομάτας.
Στο εργοστάσιο του Ζαφειρόπουλου δούλευαν τότε πολλοί εργάτες από το Μαντούκι  και σχεδόν όλοι προμηθευόταν μακαρόνια από εκεί  φτηνά η και δωρεάν, δευτέρας διαλογής.
Έβαζε η Τζία  μια τεράστια μαυρισμένη  κατσαρόλα  στη στιά και μαγείρευε στο μικρό κηπάριο έξω από το σπίτι με ξύλα. Εκεί ζέσταινε και νερό για να πλυθούν. Νομίζω υπήρχε και μια βρύση με μια πέτρινη γούρνα.
Το σπίτι της θειάς μου στο Μαντούκι ήταν ένα μικρό δωμάτιο χωρίς παράθυρο που χώραγε ίσα- ίσα  ένα διπλό κρεβάτι και ένα τραπέζι μπροστά στο κρεβάτι .  Άλλοι καθόταν στο κρεβάτι και  οι υπόλοιποι γύρω- γύρω.
Εκεί μέσα μεγάλωσε τέσσερα παιδιά σε συνθήκες ανείπωτης φτώχειας .  Τα μάλωνε , τα κυνηγούσε  τα έβαζε να πλυθούνε με το ζόρι σε μια  τσίγκινη λεκάνη. Είχε ταχτεί στα καθήκοντα του σπιτιού ολοκληρωτικά.
Μου φαινόταν πολύ άθλιο σε σχέση με το σπίτι μας στο χωριό αλλά μου αρέσανε πολύ  τα μακαρόνια με την κόκκινη σάλτσα.
Μου άρεσε ακόμα που όλο το πρωί παίζαμε  έξω με τον Σταμάτη, την Κασσιανή, τον Ιωσήφ,  τον Σπύρο και τα παιδιά της γειτονιάς.
Όταν κατηφορίζαμε  τρέχοντας προς την Ξενοφώντος Στρατηγού ήταν σαν να είχαμε κάνει μια μεγάλη απόδραση με  σοβαρές συνέπειες.
Ο Θείος μου ο Νίκος ήταν ένας  οικοδόμος ψηλός, αδύνατος, πολύ μελαχρινός (μαυριδερός) και απόμακρος .
Ο Πάππους μου ο Σταμάτης  τον έλεγε «Μόρο» (Moro = Μαυριδερός)  και έλεγε ότι όλοι οι Μαντουκιώτες είναι μαυριδεροί γιατί  ήταν  πειρατές και τσιγγάνοι  που ήρθαν από την Ισπανία.
 Στα παλιά πανηγύρια του Μαντουκιού , έλεγε ο Πάππους , οι άντρες φορούσαν χρυσές μποκολέτες στα αυτιά.
Η Νόννα μου με απειλούσε λέγοντας ότι άμα  δεν φάω το φαί μου θα φωνάξει τον «Μόρο».
Τότε έβλεπα  εφιάλτες τα βράδια με «μόρους»  που φορούσαν  μποκολέτες στα αυτιά να χορεύουν σαν τους  διαόλους γύρω από τις φωτιές και εγώ τρομοκρατημένος να τρώω «μανέστρα κολομπίμπιρη» με το ζόρι.
Τα χρόνια εκείνα η ανέχεια στο σπίτι συνοδευόταν από γενική έλλειψη στην αγορά . Έλλειψη ρούχων , έλλειψη παπουτσιών , έλλειψη τροφίμων.
Και σήμερα υπάρχει  ανέχεια αλλά συνοδεύεται από αφθονία στην αγορά. Ετούτο είναι χειρότερο νομίζω.  Δυσκολεύεσαι να δικαιολογήσεις την φτώχεια .
Πέρασαν τα χρόνια . Φύγαμε από την Κέρκυρα και  το σπίτι της  Τζίας  τσι Μπεμπούλας  έμεινε μια θολή ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων.
Τα παιδιά μεγαλώσανε και κάνανε οικογένειες. Ο Θείος ο Νίκος εγκατέλειψε την Μπεμπούλα .
Δεν το βαλε κάτω ακόμα και τότε . Έφτιαξε την παρέα της  με τους συνομηλίκους της  και λίγο με την μικρή της σύνταξη , λίγο με την βοήθεια των παιδιών της, άρχισε τα ταξίδια.
Γυρίσανε όλη την Ευρώπη.
Όταν την έβλεπα να έρχεται από το κομμωτήριο της φιλούσα το χέρι.
«Παππάς είμαι και μου φιλάς το χέρι;» μου έλεγε γελώντας.
«Τζία μου …  δεν φιλάω το χέρι σε παπάδες . » της έλεγα.

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

«ΠΑΠΑΝΤΗ»



Ο κύριος Κώστας δεν κοιμάται καλά τα βράδια.
Αγωνιά για την  γυναίκα του που είναι άρρωστη.
Αγωνιά για την σύνταξη του που διαρκώς μειώνεται.
Αγωνιά για τα φάρμακα.
Αγωνιά για πολλά ο κύριος Κώστας και αισθάνεται αδύναμος.
Νοιώθει ότι πλησιάζει το τέλος της ζωής του.
Αγωνιά ακόμα και για την «Παπαντή».

Ο Κώστας γεννήθηκε στους Καστελάνους μέσης .
Τα παλιά χρόνια το σπουδαιότερο γεγονός του χρόνου για τους κατοίκους αυτού του χωριού ήταν  το πανηγύρι της Υπαπαντής.
Την ημέρα εκείνη ερχόταν επισκέπτες από όλη την Κέρκυρα στο χωριό. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα πανηγύρια.
Ξεκίναγαν παρέες με τα πόδια  η με τα κάρα από παντού για να πάνε στους Καστελάνους Μέσης.
Για να πάει τότε κάποιος στο πανηγύρι θα έπρεπε να περπατάει όλη μέρα, να  βρει τρόπο να κοιμηθεί το βράδυ και να γυρίσει   πίσω την επομένη.

Πολύς κόπος.

Ο  κύριος Κώστας στεναχωριέται γιατί το γνωστό παραδοσιακό τραγούδι  «Παπαντή»  έχει παραποιηθεί.
Πρόσθεσαν άλλους στίχους .
Το αλλοίωσαν και το έκαναν να φαίνεται αστείο.
Δεν έχει άδικο. Μερικές φορές είναι να ντρέπεσαι για την κατάντια των τραγουδιών μας.
Μου τα λέει όλα αυτά ο κύριος Κώστας και βουρκώνουν τα μάτια του.

Του υποσχέθηκα να αποκαταστήσω την «Παπαντή» .

Να μην θρηνήσουμε δύο θανάτους.

Τα λόγια του τραγουδιού είναι τα παρακάτω.
Το βιντεάκι  είναι  ένα απόσπασμα του τραγουδιού από  μια παρέα  του Βαλανειού πριν από χρόνια.


Εγώ παπούτσια δεν έχω
Στην Παπαντή να πάω
Ο Φτύμιος* μου νάναι καλά
Κι’ απ’ άλλο χρόνο  πάω.

Και το κερί που σού  ταξα
Παρθένα Παναγιά μου
Θα σου το φέρω άλλη φορά
Για να χω την υγειά μου.

Με το πλυμένο του βρακί
Και  ξούρισμα στην τρίχα
Ο Φτύμιος μου θα τραγουδά
Με μια φιοράδα τρίτσα*.

Καλότυχοι καλόμοιροι
Όπου έχουνε και τρώνε
Και  γω  σπέζα* δεν έφαγα
Μέσα από τσου Φωτώνε*.


Φτύμιος = Ευθύμιος
Φιοράδα Τρίτσα = Ψάθινο καπέλο  στολισμένο με λουλούδι.
Σπέζα (Spesa) = Ψώνια . Τρόφιμα που δεν παρήγαγε μια οικογένεια και έπρεπε να τα αγοράσει.
Φωτώνε =  Τα φώτα. Η Εορτή των φώτων.



video
                                          

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας από το Κόρο του χωριού μας

video

Η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας απο το κορο του χωριού μας

Το βίντεο από την κοπή της πίτας στο youtube μπορείτε να το βρήτε εδώ για να το κοινοποιήσετε πιο εύκολα.

http://www.youtube.com/watch?v=Brcwy3hzsGQ

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

ΑΛΕΚΟΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΑΣ



  Είναι μεγαλύτερος μου αλλά τον θυμάμαι σαν όνειρο όταν παίζαμε στους δρόμους .

Τον  ξαναείδα στην Αθήνα να  τριγυρνάει  μόνος στην  Άνω Δάφνη  σαν χαμένος.

Δεν την άντεχε την Αθήνα.
 Ποτέ δεν προσαρμόστηκε.
 Το όνειρό του ήταν να ξαναγυρίσει στο χωριό.

Τραγούδαγε στην χορωδία που είχε φτιάξει ο πατέρας του στην Άνω Δάφνη.
Αυτή ήταν η όαση του στην έρημο της μεγαλούπολης.

Δούλευε σε έναν φούρνο.  
Κάνανε με την Βάσω τρείς κόρες  , την Άννα , την Έλενα και την Βέρα.
Οι κοπέλες μεγάλωσαν σε μια οικογένεια που όλοι τραγούδαγαν .
Η οικογένεια ζει σχεδόν  ασκητική ζωή.

Ήρθαν στην Κέρκυρα και ο Αλέκος έπιασε δουλειά στην Δημοτική επιχείρηση ύδρευσης ,αποχέτευσης.

Τον έβλεπα συχνά στον δρόμο την ώρα της δουλειάς.

Σπάνια τον έβλεπα ολόκληρο. Συνήθως έβλεπα το κεφάλι του να εξέχει από κάποιο υπόνομο.

Κάποτε , αστειευόμενος , τον ρώτησα τι «μέσον» έβαλε για να τόνε πάρουν στη δουλειά.
Μού λέγε ότι , σε αυτή τη δουλειά , θέλεις «μέσον» για να σε διώξουν.

Ίδρυσε  ξανά την χορωδία του χωριού  που είχαν ο πατέρας του και ο παππούς του.

Το πρωί με το τσαπί στον υπόνομο και το βράδυ έγραφε τις παρτιτούρες στο τραπέζι της κουζίνας του  φορώντας κάτι γυαλιά του παππού του κολλημένα με σελοτέιπ.

Μια φορά του πρότειναν να  πάει η χορωδία να κάνει φωνητικά σε μια συναυλία του Νταλάρα στην Θεσσαλονίκη.
-«Δεν μπορούμε να πάμε …μας «πειράζει» το λεωφορείο» δικαιολογήθηκε.
-«Μα τι λες; …» είπε ο απεσταλμένος « ..σας άκουσε και του κάνετε ….είναι ευκαιρία να γίνεται διάσημοι».
-« Εμάς δεν μας αρέσει ο Νταλάρας …..»  απάντησε ο Αλέκος «….αν του αρέσουμε ας έρθει να μας ακούσει εδώ».

Κάποια άλλη φορά του συστήσαμε τον Μανώλη Ρασούλη που ήρθε στο χωριό.
Συζητούσαμε και τραγουδάγαμε  όλο το βράδυ .
Αργά τον ξεπροβοδήσαμε με ένα τραγούδι στο Φόρο.
Κάποια στιγμή  του αποχαιρετισμού τον  ρωτάει ο Αλέκος  «…Πως είπαμε ότι σε λένε;» .

Ο Ρασούλης  μου είπε ότι του θυμίζει έναν Κρητικό τραγουδιστή,  ονόματι Ψαραντώνης.

Σε μια παρέα ανθρώπων της τέχνης κάποιος είπε ότι αυτός θα ήταν κατάλληλος για υπεύθυνος  πολιτισμού της Κέρκυρας.

Είπαμε  ότι είναι καλύτερα να τον αφήσουνε να συνεχίσει έτσι.

Τώρα ηχογραφούν στο σχολείο  μερικά  παραδοσιακά τραγούδια.

‘Όταν είναι έτοιμα όλα  θα τα  ακούσετε.

Προς το παρόν ακούστε τον «Βόλγα» , ένα  παλιό τραγούδι μας  που  βασίζεται σε ένα παραδοσιακό ρώσικο λαϊκό τραγούδι.

Η Εγγραφή έγινε στη μέση του δρόμου με ότι αυτό συνεπάγεται.

http://www.youtube.com/watch?v=e-JJlak4PPo&feature=plcp





Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

ΟΛΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΛIΖΑ




Το χωριό μου , Το Βαλανειό , είναι ξαπλωμένο εδώ και αιώνες σε μια πλαγιά του αρχαίου όρους Ιστώνη.  Πίσω του είναι το βουνό και μπροστά του οι  αμμουδιές της βόρειας Κέρκυρας.

Οι κάτοικοι του είναι σαν όλους τους άλλους . Άλλος ψηλός άλλος  κοντός , άλλος  νευρικός , άλλος πράος και λιγομίλητος , άλλος όμορφος άλλος άσχημος, άλλος καλός , άλλος κακός, άλλος δεξιός , άλλος αριστερός.

Υπάρχουν , όμως , και ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά .

Η  περισσότεροι κάτοικοι  τραγουδάνε. Όποιος δεν τραγουδούσε ποτέ (αν υπάρχει τέτοιος) θεωρείτε …παράξενος .

Ο Δάσκαλός μας ( της χορωδίας) συνηθίζει να λέει ότι  «Αλλού για να τραγουδήσουν πρέπει να πιούν δύο μποτολιόνια κρασί . Εμείς τραγουδάμε για να μεθύσουμε.»

Πιστεύουμε, δε, ακράδαντα ότι  το Κόρο του Βαλανειού   τραγουδάει καλύτερα το Πέτα σκέψη  (“Va pensiero”)  από το Κόρο της Ρώμης.

Ένα άλλο κοινό που έχουμε είναι ότι αγαπάμε τους ξένους. Δεν νομίζω να ξέρει κανείς τον Ξένιο Δια αλλά όσοι ξένοι ήρθαν στο χωριό μας, διάσημοι και άσημοι, άνθρωποι της ανάγκης  η ταξιδιώτες  τους τραγουδήσαμε και τους βάλαμε ένα πιάτο φαί με την καρδιά μας.

Οι Αλβανοί που  ζουν στο χωριό μας είναι κομμάτι της κοινωνίας μας στα αλήθεια. Μερικοί  ζουν εδώ από μικρά  παιδιά.

Μια φορά θυμάμαι είχαν δείρει ένα  Αλβανόπουλο  κάτι «λεβέντες»  από ένα διπλανό χωριό.

 Μαζεύτηκαν οι νεότεροι και πήγαν και έδειραν αυτούς που  πείραξαν τον δικό μας.

Αγαπάμε και τα ζώα. Μην πάει το μυαλό σας σε φιλόζωους της πόλης με κουρεμένα σκυλάκια  που σπινιάρουν στο παρκέ του σαλονιού.

Η  κουμπάρα μου η Κατίνα (90 χρονών) αγαπούσε πολύ  το γέρο Γάιδαρο της παρόλο που πλέον δεν μπορούσε να την βοηθήσει.

Ο Πατέρας μου έβγαινε από το σπίτι και φώναζε: «Πηγαίνετε και έρχομαι» . 
Στον δρόμο δεν ήταν κανένας . 
Φώναζε σε  ένα ζευγάρι Δεκαοχτούρες  (πουλιά του δάσους που μοιάζουν με περιστέρια).
 Έφευγαν  τα πουλιά και πήγαιναν στο χτήμα όπου  τον περίμεναν. Τους έβαζε φαί και νερό.

Είχε και μια Δεντρογαλιά στο χτήμα  , ένα τεράστιο φίδι, τον Διαμαντή ,  που είχε αναλάβει την φύλαξη των λαχανικών από τους ποντικούς, με αμοιβή ένα κουτί γάλα την ημέρα.
 
Το ποιο αγαπημένο ζώο στο χωριό, όμως,  είναι η Λίζα.

Η Λίζα είναι μια σκυλίτσα που ήρθε πριν από χρόνια από ένα από τα διπλανά χωριά.

Πολλοί έχουν να πουν πολλές ιστορίες για σκυλιά έξυπνα και πιστά. Έχω δει  και έχω ακούσει πολλά.

 Η Λίζα είναι άλλη περίπτωση . Είναι μέλος της κοινωνίας μας .

 Δεν μπορώ να φαντασθώ το χωριό χωρίς την Λίζα.

Δεν είναι κανενός . Δεν έχει αφέντη.  Κοιμάται στην αποθήκη του «προέδρου» και την συναντάς έξω από την ταβερνούλα μας.

Πηγαίνω κάθε σαββατοκύριακο. Λογικά θα έπρεπε να μην με θυμάται.  Αν δεν την δώ έρχεται και με ακουμπάει απαλά  με την μουσούδα της.

 Θα νομίζει κανείς ότι θέλει να της δώσω κάτι. 
Δεν πεινάει .
Με κοιτάει με μάτια που δεν έχω ξαναδεί σε ζώο.
Θέλει το καθιερωμένο Σαββατιάτικο χάδι. 
Τίποτε άλλο.

Με ακλουθεί το βράδυ μέχρι το σπίτι. Κάθεται στο χαλάκι της πόρτας.
Της βάζω  λίγο κρέας .
Αργότερα την βλέπω από το παράθυρο να κατηφορίζει προς την αποθήκη.
Το πρωί βρίσκω το κομμάτι το κρέας  απέξω.

Η Λίζα αρρώστησε . 
Ανέλαβε η Χριστίνα και την πήγε στην Αχαράβη για εγχείρηση. 
Είχε καρκίνο μαστού. 
Η εγχείρηση πέτυχε αλλά σε μερικές μέρες την ξαναπήγε πάλι γιατί κόπηκαν τα  ράμματα .
Αργότερα έκανε μετάσταση .
Δεύτερη εγχείρηση.

Σήμερα είναι πολύ καλά και μάλιστα, αν και μεγάλη,  είχε και μια  επιπόλαιη ερωτική σχέση με έναν κατά πολύ νεότερο της, καθώς λένε στο χωριό.

Έτη πολλά!

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ


Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ

Ο ερημίτης είναι μια περιοχή στην Κασσιόπη που έχει μετατραπεί σε βιότοπο και χώρο περιπάτου.

Κάθε χρόνο εκατοντάδες περιπατητές Έλληνες και ξένοι τον επισκέπτονται.

Ταυτόχρονα αποτελεί καταφύγιο για πολλά είδη ζώων και πτηνών που ζουν σε όλη την περιοχή από τον Βουθρωτό της νότιας Αλβανίας που βρίσκεται ακριβώς απέναντι μέχρι και τον ερημίτη.

Ως γνωστόν τα ζώα και τα πουλιά έχουν το θράσος
να μην αναγνωρίζουν τα σύνορα κανενός.

Πριν από καιρό έγινε απόπειρα να πουληθεί η περιοχή σε μεγαλοεφοπλιστές που ήρθαν με Ελικόπτερο και είδαν την περιοχή.

Μέσα στο ελικόπτερο που ήρθε από την Αθήνα ήταν και Δήμαρχος μας.

Στην συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου τότε απαντώντας σε καταγγελία που έγινε ο Δήμαρχος ισχυρίστηκε ότι ήταν στο ελικόπτερο με τους εφοπλιστές για να βγάλει φωτογραφίες ώστε να παρουσιάσει τις ομορφιές του νησιού σε διεθνείς εκθέσεις τουρισμού.

Το δημοτικό συμβούλιο έχει πάρει ομόφωνη απόφαση εναντίον της πώλησης του Ερημίτη.

Σήμερα επιχειρείται ξανά η πώληση του σε εταιρία Αμερικάνικη με διασυνδέσεις στην ανατολική Ευρώπη.

Η «Κίνηση ενάντια στο ξεπούλημα του Ερημίτη» καλεί τους κοινωνικούς, πολιτικούς και πολιτειακούς φορείς, τα σωματεία, τους συλλόγους και τον κερκυραϊκό λαό σε συγκέντρωση στο Εργατικό Κέντρο Κέρκυρας την Παρασκευή 14 Σεπτέμβρη 2012 και ώρα 7.00 μ.μ. με σκοπό το συντονισμό των ενεργειών και τη συγκρότηση ενός κερκυραϊκού λαϊκού κινήματος κατά των αποκρατικοποιήσεων και του ξεπουλήματος της κερκυραϊκής γης.

Μας αφορά όλους και θα είμαστε στην πρώτη γραμμή.

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

ΣΚΡΙΠΕΡΟ

http://www.iltrovator.blogspot.gr/2012/09/blog-post_6.html



Βρίσκω, χτες βράδυ, στο δρόμο ένα φίλο από το Σκριπερό.
Με αγκαζάρει να  πάμε στην πάνω πλατείας στο πάλκο που έχει  συναυλία η μπάντα του χωριού του.
Ακολουθώ . Είναι ευκαιρία να τους ακούσω.
Πριν από καιρό είχανε μια συναυλία στο θεατράκι της Παλιοκαστρίτσας  μαζί με ένα ρόκ συγκρότημα και με μουσικές των Pink Floyd .
Εν είχα πάει . Νόμιζα ότι είναι παρακινδυνευμένο το εγχείρημα.
Είχα ακούσει την Βασιλική Φιλαρμονική ορχήστρα του Λονδίνου  σε έργα Pink Floyd  αλλά επρόκειτο για  μια κορυφαία Μπάντα.
Φτάσαμε στην πλατεία ακριβώς την ώρα που άρχιζαν .
Κλασικά και σύγχρονα κομμάτια  προσεκτικά διαλεγμένα.
Η απόδοση εξαιρετική.
Πίσω μου  κάθεται μια παρέα κοριτσιών από το Σκριπερό . Ξέρουν τα κομμάτια , σχολιάζουν την απόδοση των φίλων τους , συγχωριανών τους και συμμαθητών τους και  εκδηλώνονται με θέρμη αλλά χωρίς να ενοχλούν.
 δίπλα τους κάθεται ένα συμπαθητικό ζευγάρι Γερμανών  γύρω στα σαράντα και  σχολιάζουν στο κενό ανάμεσα στα τραγούδια.
Στο διάλειμμα τους μιλάει η μια από τις κοπέλες στα Γερμανικά και ακολουθεί ένας διάλογος .
Ρωτάω την κοπέλα  και μου λέει:
«Με ρώτησαν αν αυτή είναι η μπάντα της Κέρκυρας  και τους είπα ότι είναι η μπάντα του χωριού μου. Με ρώτησαν πόσους κατοίκους έχει το χωριό μου και τους είπα ότι είμαστε τετρακόσιοι κάτοικοι. Δεν το πίστεψαν . Νόμιζαν ότι έκανα λάθος και είμαστε σαράντα χιλιάδες.  «δεν είναι δυνατόν»  έλεγαν και ξανάλεγαν.»
Πράγματι είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς .
 Σε τετρακόσιους κάτοικους ,τα νέα παιδιά δεν μπορεί να είναι παραπάνω από  εξήντα. Αν υπολογίσει κανείς ότι αρκετοί δεν είναι ακόμα έτοιμοι να συμμετάσχουν σε μια τέτοια συναυλία , τότε το σύνολο των νέων από δεκαέξι χρονών μέχρι  τριάντα συμμετέχουν .
Αν  βάλεις και την μπαντίνα των μικρών παιδιών , τότε το σύνολο των παιδιών είναι μουσικοί εκτός των άλλων.
Λέω «εκτός των άλλων» διότι κανείς δεν είναι επαγγελματίας.
Τελειώνοντας η συναυλία  σηκώνεται να φύγει  και το ζευγάρι των Γερμανών .
Συζητούν απορημένοι  και αμήχανοι.
Γύρευε τι τους λένε οι Τραπεζίτες στην Γερμανία.


Λέω στην κοπέλα να τους πει ότι δεν είμαστε  όλοι απατεώνες , ούτε συμμορίες νεοναζί .

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

...και μια ωραία θεατρική βραδιά

... από το θεατρικό τμήμα του πολιτιστικού μας συλλόγου. Συγχαρητήρια σε όσους δούλεψαν γι αυτήν.






Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Μιά όμορφη μουσική βραδιά...




...στον Αγιάκωβο με τραγούδια παραδοσιακά και σύγχρονα από το Κόρο του Βαλανειού.
Συγχαρητήρια σε όλους όσους κουράστηκαν για να μας προσφέρουν αυτή τη στιγμή.


Ο Θόδωρος που τα έκανε όλα (πλήκτρα, κιθάρες, ηχητικά κλπ). Μόνο σουβλάκια δεν έψηνε. Αυτά τα είχε αναλάβει ο Ρωμαίος.

Ο δημήτρης που τραγούδησε τέλεια παλιά τραγούδια του Μαρούδα και άλλων.
Η Έλενα , η Μαρία, η Βέρα, ο Σπύρος, η Άννα και όλοι γενικά  είναι αξιέπαινοι.

Πάντα τέτοια!





Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Το Θεατρικό του πολιτιστικού μας συλλόγου

Η Θεατρική ομάδα του Πολιτιστικού Συλλόγου θα παρουσιάσει το έργο "Τα παιδιά της Ανάγκης" γραμμένο πάνω σε μια ιδέα του Σταμάτη Μεσημέρη.
Θα ακολουθήσει καλοκαιρινό πάρτι. 
Καλή επιτυχία στα παιδιά και σε όσους συνέβαλαν.








Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Το Κόρο μας στον Αγιάκωβο

Το Σάββατο 11 Αυγούστου και ώρα 8.30 μμ στον Άγιο Ιάκωβο  θα γίνει η ετήσια συναυλία της χορωδίας μας. Είμαστε όλοι καλεσμένοι.



Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Το Μιτσό τση Αναράϊδας


Ακόμα ένα διήγημα του Παπακαβάσιλα

Το Μιτσό τση Αναράϊδας

   Στις αρχές του περασμένου αιώνα, ακόμα ο κόσμος ζούσε από τη γη, κι έτρωγε τους καρπούς της, τις περισσότερες φορές έτσι όπως τους έπαιρνε από τα δέντρα και τα φυτά, χωρίς να περνούν από φόρμες ή μηχανήματα. Τα μόνα μηχανήματα που υπήρχαν, για να διευκολύνουν τους ανθρώπους, ήταν οι μύλοι και τα λουτρουβιά. Όπου υπήρχε νερό, οι νερόμυλοι, και όπου δεν υπήρχε, οι ανεμόμυλοι. Εμείς εδώ που έχουμε νερά, είχαμε τους νερόμυλους.
Στο χωριό μας υπήρχαν αρκετοί νερόμυλοι που αλέθανε το καλαμπόκι, που πολλές φορές τους το πήγαιναν κατευθείαν από τα χωραφούλια τους ο κόσμος το βράδυ. Όταν καθότανε ο ήλιος, και αποκαμωμένοι ζώα και άνθρωποι πήγαιναν στα σπίτια τους να ξεκουραστούν, οι μυλωνάδες έπιαναν δουλειά και άλεθαν νύχτα- μέρα με βάρδιες.
Υπήρχαν πελάτες από τα γύρω χωριά, από τα πιο απομακρυσμένα, ακόμα και από τη Λευκίμη έρχονταν να αλέσουνε μερικοί.

   Στο χωριό μας είχαμε πολλούς νερόμυλους, που οι ιδιοκτήτες τους ήταν πάντα συγγενείς. Πιο γνωστοί είναι δυο μύλοι, που δουλεύανε μέχρι πριν από λίγα χρόνια.
Ο ένας ήτανε στην Ιτιά, στου Μαριόλη, που δούλευε με νερά από πηγή, ο οποίος ανήκε στους Ζαχάτες. Οι Ζαχάτες είναι όλοι Κρασακαίοι, και κατάγονται από τρεις γενάρχες. Τον Λάτζουνα που είναι οι Μπουριτσαίοι, τον Δημητρέλο που είναι οι Νταλιεταίοι, και τον Νικολέτο που είναι οι Καβασιλαίοι.
Τα σπίτια τους είναι κάτω από τον άγ’ Αρσένη, και κάνουν ένα ημικύκλιο, αρχίζοντας από το σπίτι του Μαριγούλα, και φθάνοντας μέχρι το σπίτι του Μπουρίτση, από κάτω από την Κούρτη.
Ακόμα τσακώνονται με τους Μπανάτες, υπερασπιζόμενοι τον άγ’ Αρσένη!

   Ο άλλος μύλος ήτανε στον Πρίνο και δούλευε με νερά από το ποτάμι, και είχε ιδιοκτήτες Μπανάτες. Οι Μπανάτες είναι Βασιλακαίοι, αλλά όχι από το Τετράγωνο. Το Φόρο δηλαδή. Αυτοί που είχανε τον μύλο είχαν γενάρχη τον Θωμά τον Τζήμα. Ο οποίος ακόμα ζούσε το 1890, και άλεθε στον μύλο στη βάρδια του!
Τα Μπανάτικα είναι η γειτονιά που πιάνει τα σπίτια από του Μπιζίτα, του Σμπίρη, του Μπόγια, του Νταλιμάτσια, του Τόπου, και φθάνει μέχρι το σπίτι του Θύμιου του αγροφύλακα, πίσω από του Τσάντου το μαγαζί.
Τα σπίτια τους είναι κάτω από τον άη Γιάκουβο, και κάνουν ένα ημικύκλιο.
Ακόμα τσακώνονται με τους Ζαχάτες, υπερασπιζόμενοι τον άη Γιάκουβο!
Οι απόγονοι του Τζήμα είναι οι Σμπιραίοι. Αυτοί είχανε και τον μύλο στον Πρίνο.

   Σε σχέση με τους υπόλοιπους χωριανούς, οι μυλωνάδες, από άποψη διατροφής ήταν σε κάπως καλύτερη κατάσταση, γιατί τουλάχιστον είχαν, πιο συχνά από τους άλλους, λίγο αλεύρι να φτιάξουν ψωμί και να στηρίξουν το στομάχι τους, που δε δούλευε και τόσο καλά με όλα αυτά που τρώγανε από τη γη νωπά, όταν, και όπου τα βρίσκανε. 

   Αυτή τη νύχτα, που αρχίζει η ιστορία μας, είχε βάρδια στον μύλο στον Πρίνο, ο Νικόλας ο Σμπίρης.
Τέσσερις ώρες να φέξει, και δυο να βγει το φεγγάρι, τον έπιακε φιλάτο.
Φιλάτο λέγανε τότες, το κόψιμο. Πονοστόμαχο που άρχιζε δειλά- δειλά και κατά περιόδους, με λίγο πόνο στην κοιλιά, μέχρι που γίνονταν συνεχής, δυνάμωνε, και ήταν ανυπόφορος.

   Ήτανε νύχτα βαθιά και σκοτεινή. Ο Σμπίρης ήταν μόνος του στο μύλο. Η μούδα του Τζήμα αργούσε.
Ο Νικόλας βγήκε όξω στο χωράφι, κρατώντας τη κοιλιά του, και βογκώντας απ’ τους πόνους.

Τα βογκητά του τα άκουσε ο Σταμάτης ο Τσίγκες ή Μπουμπούτσος, που γύριζε μεσ’ στο σκοτάδι, μήπως βρει να φάει κανένα αστάκι.

   Η αφέγγαρη νύχτα ήταν τότε ο τέλειος σύμμαχος για όποιον ήθελε να πάει να κλέψει κάτι για να φάει. Δεν δούλευε με την όραση. Δούλευε με την αφή. Βέβαια σε ότι αφορά τα αστάκια, τα πράγματα ήταν σχετικά εύκολα. Έμπαινε μέσα στο χωράφι όρθιος, και έτσι ψαχούλευε τις καλαμποκιές μια- μια από τον πάτο, μέχρι τα χέρια του να βρούνε γρόγκο. Αυτός ο γρόγκος ήταν το αστάκι.
Με τα αγγούρια όμως, που οι αγγουριές σερνότανε στο χώμα, τι έπρεπε να κάνει; Το κόλπο ήταν απλό: ξάπλωνε μέσα στις αγγουριές, και κυλιότανε μέχρι να νιώσει γρόγκο σε κάποιο σημείο του σώματός του. Αυτός ο γρόγκος, ήταν το αγγούρι!

   Ο Σταμάτης ο Τσίγκες λοιπόν, μόλις άκουσε τα βογκητά του Σμπίρη, άρχισε να παίρνει στροφές, και να σκέφτεται πως με κάποιον καλό χειρισμό της κατάστασης, ίσως να ‘τρωγε κουλούρα από το μύλο, κι όχι κανένα αστάκι ωμό,  ετούτη την αφέγγαρη βραδιά!

   Πηγαίνει σιγά- σιγά εκεί που καθότανε διπλωμένος ο Σμπίρης και βογκούσε, και του λέει με τον χαρακτηριστικό του τρόπο, λίγο αργά και με τη μύτη: «Τι έχεις, ορέ Νίκο;»
Ο Σμπίρης δεν απάντησε, και συνέχισε να βογκάει και να κρατάει το στομάχι του. Έγειρε λίγο το κεφάλι του, και τον κοίταξε λοξά, όπως ήταν όρθιος από πάνω του.
«Θέλεις να σε βοηθήσω να πάμε στο χωριό, ορέ Νικόλα;» συνέχισε ο Τσίγκες.
«Όχι… άφηκέ με, άφηκέ με… δε μπορώ σου λέω…» έλεγε κρατώντας τη κοιλιά του απ’ τους πόνους ο Σμπίρης.

   Ήταν αδύνατος, αλλά ψηλός ο Σμπίρης. Ούτε βαρύς, αλλά ούτε και ελαφρύς. Τον ζύγισε με το μάτι ο Τσίγκες, και του λέει: «Έλα, ορέ Νίκο, να σε βάλω καλιβούτσια, να πάμε στο χωριό να σου κάμουνε χαμομήλι, να σε ξορκίσει και η Μάρω του Παπά, να σου περάσει…»

   Απελπισμένος ο Σμπίρης, και γνωρίζοντας πως ο Τσίγκες δεν έκανε για τέτοιες δουλειές, τι να κάνει; Μήπως είχε και άλλη επιλογή; Μέχρι να φτάκουνε στο χωριό, θα ‘ρχότανε κι ο Τζήμας να τον αλλάξει στο μύλο.

   Δέχτηκε να τονε βάλει καλιβούτσι ο Τσίγκες, και να πάνε έτσι, ανεβαίνοντας την Καντούνα, από τον Πρίνο στο χωριό!

   Οι Βαλανίτες, που ξέρουνε το δρομολόγιο, αμέσως θα σκεφτούν πως η Καντούνα δεν ανεβαίνεται καλιβούτσια. Είναι αδύνατον, ακόμα και μέρα. Αφού αγκομαχάνε τα γαϊδούρια για να ανέβουν τη γουλάδα. Μπορεί ο Σμπίρης να μην ήταν πολύ βαρύς, αλλά κι ο Τσίγκες δεν ήτανε κανένας μπρατσωμένος, και ούτε από ‘κείνους τους τύπους που αποφασίζουν γρήγορα να κάνουν κάτι, και το φέρνουν σε πέρας που να γυρίσει ο κόσμος ανάποδα!
   Για κανένα αστάκι είχε κατέβει τη Καντούνα με τα αναραϊδικά νυχτιάτικα, για να μη τον πιάκουνε. Ψηλαφιστά, τέσσερις ώρες να βγει ο ήλιος, και δυο το φεγγάρι.

   Τέλος πάντων, χαμήλωσε όσο μπορούσε ο Τσίγκες, κι ο Σμπίρης ανέβηκε καλιβούτσια, σφαδάζοντας από τους πόνους. Ανακουφίστηκε κάμποσο, όπως η κοιλιά του σφίχτηκε στην πλάτη του Τσίγκε, και πέρασε τα χέρια του στο λαιμό του για να στηρίζεται και να μη γλιστράει.

   Ξεκινήσανε με όση όρεξη μπορεί να υπάρχει σε τέτοιες περιστάσεις. Περάσανε μπροστά από τον μύλο, είδανε τον Τζήμα που είχε πάει στη θέση του, και μετά από λίγο φτάκανε τσι Ρογκιές. Εκεί που είναι τα αμπέλια του Τσέλη σήμερα, και είναι σιάδι ακόμα.
Εκεί λοιπόν, σταματάει κι ο Τσίγκες και σιγά- σιγά, τον αποθώνει σε μια αποτηλιά.
Ο Σμπίρης δεν κατάλαβε το λόγο που σταμάτησε και τον ξεφόρτωσε ο Τσίγκες. Νόμιζε πως τον απόθωκε για να ξεμουδιάσει, και σε λίγο θα συνέχιζαν για το χωριό.

   Ο Τσίγκες όμως δεν είχε την ίδια γνώμη. Λίγο πιο πάνω άρχιζε η Καντούνα, και έτσι κι αλλιώς, δεν είχε σκοπό να την ανέβει. Ούτε άδειος, ούτε φορτωμένος. Αυτός κουλούρα ήθελε μόνο να φάει! Και η κουλούρα ήτανε πίσω, στον μύλο!

   Αφού κατάλαβε ο Σμπίρης ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, λέει στον Τσίγκε: «Έλα Σταμάτη μου, πάμε να αρεβάρουμε στο χωριό, να μου κάμουνε κανένα ντεκότο, να μ’ αλαφρώσει…»
«Δίκιο έχεις Νικόλα. Αλλά εγώ, δε μπορώ να σε βάλω άλλο καλιβούτσια. Πράτει μπροστά, κι εγώ θα σε βαστάω από πίσω, από τη μέση, θα σ’ αμπώνω, όπου είναι ανήφορος, και αγάλι- αγάλι, θα αρεβάρουμε…» του λέει με την ένρινη φωνή του ο Τσίγκες!
Τι να κάμει ο Σμπίρης; Μπόρουνε, δε μπόρουνε ξεκίνησε μπροστά, και από πίσω ο Τσίγκες τον άμπωνε… φτάσανε στους πρόποδες της Καντούνας, που τέτοια ώρα, ήταν φίσκα στα αναραϊδικά…

   Ας κάμουμε άλλη μια παρένθεση. Έχει ενδιαφέρον.
Τα παλιά χρόνια για κάθε δρόμο λίγο έξω από το χωριό, και σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο, υπήρχε και ένας θρύλος. Με διαόλους, με αναράϊδες, με την Κακή Ώρα, με τον Μώρο, τη Μονοβύζα, με το μιτσό τση αναράϊδας που ήτανε κουτσό, και το είχαν δει να πρατεί πότε μπροστά, και πότε πίσω από τα αναραϊδικά, και να αλλάζει, και να γένεται πότε ασκί, πότε γάϊδαρος, και πότε τράος με τεράστια στριμμένα κέρατα!
   Τα περισσότερα από αυτά τα παραμύθια, τα ‘βγαζε ο Σουβλάκης. Όλοι τα πιστεύανε, και κανένας δεν τα πίστευε. Όλοι ύστερα φοβότανε να περνάνε από τα συγκεκριμένα σημεία, και κανένας δε φοβότανε!
   Στο γιοφύρι τση Κουρκούλενας, ήτανε το στρατηγείο των ξωτικών! Από κει ξεκινούσε το κακό. Στο δρόμο για τους Κυπριανάδες, στον Σταυρό, ήταν άλλα ξωτικά. Στα Πάνωμπέλια, έξω από τον άη Νικόλα ήταν άλλα, που έβγαιναν από τα κιβούρια, και ξαναμπαίνανε, και φέγγανε όπως οι κωλοφωτιές.
   Στο δρόμο για τσι Αγορές ήτανε η Μονοβύζα, στο χωράφι του Τσέργα. Μια αναράϊδα που στο κέντρο του στήθους της είχε ένα τεράστιο βυζί. Που για να μην την εμποδίζει όταν κατέστρεφε τα σπαρτά, του ‘δινε μία… και το πέταγε στον ώμο της, και έφτανε πίσω μέχρι τη μέση της. Ο Τσέργας δεν είχε φυτέψει ποτέ τίποτα εκεί. Μόνο μια χρονιά που είχε βάλει αγγουριές, μόλις μεγάλωσαν και άρχισαν να καρπούν, ένα πρωί τις βρήκε όλες πατημένες, λες και κάποιος πήγε τη νύχτα και… κυλιότανε απάνω τους!!
   Στο δρόμο για τα Κρασακάτικα, στο Πηγάδι τση Μαρούλως, ήτανε η Κακή Ώρα. Αυτή, τελείως ξεδιάντροπη, έβγαινε το μεσημέρι. Από τσι δώδεκα μέχρι τσι τέσσερις. Όποιος περνούσε τέτοια ώρα από κει τον έπιανε σκοτούρα, του φεύγανε τα ζα και ο γάϊδαρος, και πηγαίνανε μόνα τους στο χωριό! Κι αν έριχνες το σίκλο για να βγάλεις νερό, άκουγες παράξενες φωνές, και δε μπόρουνες να τονε τραβήξεις έξω απ’ το πηγάδι μετά!
   Μέσα στα χωράφια του Μπάρου ήτανε ο Μώρος. Ο φοβερός και τρομερός γέρος, με τα άσπρα μαλλιά, μ’ ένα παλούκι στο ένα χέρι, ένα κασσάρι στο άλλο, και με άγριες σεξουαλικές διαθέσεις! Καμία γυναίκα δεν τολμούσε να πάει στου Τρουμπάνη. Τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια!

   Και για τον Πρίνο φυσικά ήταν η Καντούνα! Είκοσι μέτρα πιο πάνω, από κει που ξεφόρτωσε τον Σμπίρη ο Τσίγκες!
Γιομάτη ξωτικά και αναράϊδες. Εκεί ήτανε και η μεγάλη αναράϊδα που κρατούσε το μιτσό της από το χέρι. Βγαίνανε τέτοια ώρα και κάνανε πράματα φρικτά!
Τι κάνανε ακριβώς, κανένας δεν ήξερε να σου πει, εκτός απ’ τον Σουβλάκη που τα σκάρωνε κατά περίσταση!
Εκεί που είναι η απότομη ανηφόρα, και λίγο παραπάνω που το στρατί πάει για τον Ασώματο, είναι φίσκα στα αναραϊδικά.
Ακόμα και τώρα, για να περάσει τέτοια ώρα χωριανός από κει, πρέπει να είναι ή πολύ θαρραλέος ή πολύ πονηρός!

Οι φίλοι μας- και οι δυο- είχαν το ένα από τα παραπάνω γνωρίσματα!

   Λίγο πριν, όταν είχαν αρεβάρει στο στρατί που πάει για τσι Παλιοφυτιές, ο Τσίγκες είχε αρχίσει να μαζεύει πέτρες και να τσι βάνει στη μπούρσα του.

   Εδώ λοιπόν, είκοσι μέτρα πριν το σημείο με τα ξωτικά, αφήνει τον Σμπίρη μόνο του, πηγαίνει δέκα μέτρα μπροστά, τον καταπίνει το σκοτάδι, και αρχίζει να πετάει τις πέτρες πάνω σε μια μεγάλη αποτηλιά, ώστε να χτυπάνε εκεί, και ύστερα λόγω της κατηφόρας, να γυρίζουν πίσω και να προσγειώνονται στο σιάδι. Εκεί που περίμενε ο Σμπίρης, και, που- λίγο πιο κάτω- εξαντλούσανε τη φόρα τους.
Μια μεγάλη πέτρα πέρασε με θόρυβο δίπλα του, προχώρησε με φόρα προς τα κάτω,  πέρασε ανάμεσα από τα ποδάρια του Σμπίρη, και σταμάτησε λίγο πιο κάτω στο σιάδι.
Ο Σμπίρης σκιάχτηκε, και βογκώντας έβαλε τις φωνές.
Τα χρειάστηκε όμως και ο Τσίγκες, που από ένα σημείο και μετά, δεν ήταν σίγουρος ότι όλες αυτές οι πέτρες που ξαναγύριζαν πίσω, ήταν οι δικές του!

   Άρχισε να σταυροκοπιέται και να λέει: «άη Νικόλα που είσαι απόπερα, άγια Τριάδα, βοήθα…» και πέταξε γρήγορα άλλες δυο πέτρες που του είχαν μείνει, με όση δύναμη είχε. Και όλες αυτές οι πέτρες, λόγω της κατηφόρας, ξαναγύριζαν πίσω. Πέρναγαν με θόρυβο δίπλα από τον Σμπίρη που στο τέλος τα χρειάστηκε ακόμα περισσότερο!

   Τώρα ο Τσίγκες αποφάσισε να ρίξει το τελευταίο του χαρτί στο παιγνίδι, που αν κέρδιζε, θα ‘τρωγε κουλούρα, και ίσως έπινε και κρασί!

   Γυρίζει πίσω τρομοκρατημένος και σταυροκοπούμενος, στέκεται μπροστά στον Σμπίρη και άρχισε να λέει: «Οπω- πω, ορέ… άγια Τριάδα και άη Νικόλα μου βοήθησε… Εγώ Νικόλα μου δε πρατώ άλλο. Δεν πάω στο χωριό… Φοβάμαι μη με φάνε… Είναι όλα εκεί και χαλάσανε τη τροχαλιά του Τάτση του Γαϊδάρου… Επελήσανε κάτι αγκωνάρια όπως ο Ορθόλιθος… δεν  είδες; Είναι όλα μαζί… και κείνο το μιτσό… το κακό, το βαστάνε από το χέρι να μη τσου φύγει… τώρα εγίνηκε σα διαολίτσι, με κέρατα από κρέας και με μούτρο γρουνιού… Φοβάμαι, τρέμω Νικόλα… Θα σε περιμένω στον μύλο… φεύγω… αρρώντα… κάμε ό,τι θέλεις.»
Και παίρνει τη κατηφόρα να γυρίσει στον Πρίνο απ’ όπου είχαν ξεκινήσει!

   Τα πατήματα τα ήξερε καλά. Το σκοτάδι δεν τον εμπόδιζε, και σε πέντε λεπτά έφτασε στο χωράφι του Ζαχαρία, που ήταν απέναντι από τον τράφο, και περίμενε να δει τι θα έκανε ο Σμπίρης.
Θα γύριζε πίσω στον μύλο ή θα πήγαινε στο χωριό μόνος του; Ή… θα πάθαινε  τίποτα… άρχισε να ανησυχεί λιγάκι!

   Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Σε δέκα λεπτά, τον ακούει απέναντι από το ποτάμι, στο χωράφι του Καρέτα!
Ησύχασε, και κίνησε κι αυτός σιγά- σιγά. Όταν τον αρέβαρε του λέει με τη μύτη: «Σου πέρασε Νικόλα μου το κόψιμο;»
Ο Σμπίρης δεν απάντησε και τράβηξε για τον μύλο. Πήρε και ο Τσίγκες το κατόπι του χαμογελώντας ικανοποιημένος. Τα πράγματα πήγαιναν απροσδόκητα καλά!

   Σε λιγάκι είδανε στο φως τση λαδοφωτιάς του μύλου, τον άλλο μυλωνά, τον Τζήμα, που άλεθε τα «αποθωτά».
«Αποθωτά» λέγανε οι μυλωνάδες, τα αλέσματα, που άφηναν οι αλεσματάρηδες, για να τα αλέσει αργότερα μόνος του ο μυλωνάς.

   Μόλις μπήκανε μέσα στον μύλο, ο Σμπίρης δεν φαινότανε να πονάει, και ο Τσίγκες όλο γλύκα του λέει: «Γλέπω Νικόλα, που σου πέρασε το κόψιμο τέλεια! Δόξος ο Θέος!…»
«Γελάς κακούργε. Που μ’ απαράτησες στη Καντούνα, ε; Φεύγα από ‘δω. Θα σε τσακίσω μ’ αυτό που μου ΄καμες.» Είπε ο Σμπίρης, και τον εξεμπούρισε με ένα ξύλο.

   Φυσικά ο Τσίγκες δεν έφυγε. Το είχε πάρει το παιγνίδι. Έκατσε όξω από τον μύλο, όσο να περάσει η χολή του Νικόλα. Και δεν εμπήκε μέσα, ίσιαμέ που τον φώναξε ο ίδιος!

   Και φάγανε όλοι μαζί, την κουλούρα που εντωμεταξύ είχε ετοιμάσει ο Τζήμας!
Την κουλούρα την άγινη από καλαμποκάλευρο!
Φάγανε και οι τρεις. Έπιανε και μια κολώκα κρασί, και πέσανε στα βράχλα και κοιμηθήκανε…
   Όσο για τον Νικόλα το Σμπίρη;
Ποτέ δεν τον εξανάπιακε το στομάχι του, από ‘κείνη τη βραδιά, μέχρι που πέθανε από άλλη αρρώστια…  


ΠαπαΚαβάσιλας
Βαλανειό- Κέρκυρα- 1972.
Χρήστος Κρασάκης- 2012