Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Αύριο αρχίζουνε οι ανακρίσεις…

Χρηστος Κρασακης

(Κατάλληλο: Απαραίτητη η γονική συναίνεση).

Ο Θανάσης ο Τζαχάγιας είχε φυτέψει μία απιδιά τσι Παλιοφυτιές. Μία απιδιά όχι όπως αυτές που είχαμε στο χωριό και κάνανε κάτι μιτσά- μιτσά σαν αμπουρνέλες.
 Ετούτη μάτια μου ήτανε όμορφη σα κοπέλα, στρογγυλή με ωραία φύλλα και θα ‘κανε κάτι απίδια που τα λέγανε κοντούλες. Μεγάλα, πράσινα, με τότσο κόκκινο όσο να τα γλέπεις και να αναγλύφεσαι.

Τηνε πότιζε, τηνε κόπριζε, τηνε σκάλιζε και την καμάρωνε μέχρι που τούβγαλε έξι άνθια.
Εσκιάχτηκε που την είδε τόσο όμορφη. Έκατσε δίπλα της και τση ‘λεγε ένα σωρό πράματα. Ούτε τσι μέλισσες δεν άφηνε να κάθονται πάνω στο ωραία της άνθη. Τσί ‘διωχνε με την απαλάμη του ανάποδα, και τσού’λεγε, «Ελάτε τώρα σώνει, πραήτε αλλού…».
Τότε όλοι τσι Παλιοφυτιές καμαρώνανε την απιδιά του Θανάση του Τζαχάγια όπου ήτανε όμορφη και καρπερή και θα γενότανε ένα θάγμα!

Ο Θανάσης πήγε κι ενημέρωσε το Θύμιο τον αγροφύλακα για τα περαιτέρω:
«Σε ‘δοποιάω για να μη μου πεις που δε σου τώπα. Άμα τα φάνε θα κάμω φόνο…».

Ο Θύμιος ο αγροφύλακας του υποσχέθηκε ότι θα τα φυλάει μέχρι να γένουνε και κανένας δεν πρόκειται να τα πειράξει όσο είναι εκείνος αγροφύλακας στο χωριό.

Του Θύμιου του αγροφύλακα του άρεσε πολύ να βάνει μέσα στο ποτήρι με τη ρετσίνα του, στο μαγαζί του Κανάρη που την έπινε, μια φέτα μήλο, μια φέτα αχλάδι, τότσο ροδάκινο. Την έπινε παρέα πάντα με τον Τάκη τον Σμπίρη!

Ο Τάκης ο Σμπίρης ήτανε πανέξυπνος άνθρωπος. Είχε κι ένα σκύλο που τονε λέγανε Κεμάλ. Ο Κεμάλ συναγωνίζονταν σε εξυπνάδα το αφεντικό του φυσικά.
Ήτανε και κυνηγός ο Τάκης, μα στη ρέντε του όταν γύριζε από το κυνήγι, είχε πάντα μέσα ένα μήλο, ένα αχλάδι ή τότσο ροδάκινο.
Ίσια- ίσια για να πιει στου Κανάρη τη ρετσίνα του μαζί με τον αγροφύλακα τον Θύμιο.
Κυνήγια και διάφορα άλλα θύματα δεν είχε μέσα συνήθως.

Ήτανε τσιντιλώμης. Του άρεσε το καλό φαΐ. Δεν τον ένοιαζε η ποσότητα. Ήθελε λίγο και καλό. Με τότσο σούγο μέσα να βουτήξει μια χαψιά ψωμί και μπόλικο πιπέρι κόκκινο για να του κάμει έγκαψη και να πιει τη ρετσίνα στου Κανάρη.

Η απιδιά ήτανε μιτσή. Τα έξι απίδια είχανε αρχίσει να βαραίνουν, και τα κλαδάκια της λυγίζανε. Ήτανε πράσινα με λίγο κόκκινο- ίσια- ίσια για να σε κάνουνε να αναγλύφεσαι.

Ο Τάκης πέρασε το πρωί κι έκοψε τα δύο. Ένα γι’ αυτόνε, κι ένα για τον αγροφύλακα. Έμεινε η καημένη με τέσσερα μονάχα. Τα δυο της παιδιά χαθήκανε στον πόλεμο…

Το μεσημέρι μέσα στο μαγαζί του Κανάρη, καθότανε σ’ ένα τραπέζι ο Τάκης με τον Θύμιο τον αγροφύλακα κι εκανιάρανε τη ρετσίνα τους- που μέσα είχε τότσο απίδι που όμως ήτανε άνοστο τέλεια- γιατί τσου το’χε φέρει ο Πιτσιρής από τη Χώρα…(?) Έλεγαν…
Από κάτω από το τραπέζι ήτανε ξαπλωμένος ο Κεμάλ κοντά στα πόδια του Τάκη!

Σε ένα άλλο τραπέζι καθότανε ο Μπόγιας με τον Κουτσουνή και το Μονονό, και λέγανε ιστορίες για να γελάνε. Όλα ψέματα. Όλοι το ξέρανε που ήταν ψέματα. Όλοι ακούγανε. Όλοι παίρνανε μέρος στη συζήτηση και κάνανε σκενάρια.

Στο άλλο τραπέζι καθότανε ο Κλίκος με τη παρέα του και παίζανε πρέφα.
Ο Κλίκος όταν άξιζε τον κόπο έριχνε σπόντες, έβανε μπισμπίγια, για να συνεχίζεται απρόσκοπτα το πανηγύρι…

Σε μια γωνιά καθότανε ο Κανάρης που υπόφερε από δυσκοιλιότητα και αναστέναζε από τσου πόνους. Στο χωριό λέγανε πως αναχαράζει. Είχε παραιτηθεί από τα καθήκοντά του ως μπακάλης κ.λ.π., και στον πάγκο ήταν ο Κοκιόρης πιτσιρικάς, που μάθαινε τη δουλειά.

Ο Κανάρης με όλους τσου πόνους και τα γεράματα προσπαθούσε να παρακολουθεί και τον Κοκιόρη που μάθαινε. Ήθελε να σιγουρεύεται κάθε φορά που έφευγε η πελάτισσα αν έγραψε ο Δημήτρης το χρέος στο τεφτέρι, κι έλεγε: «Ωχ ωχ ωχ… δε μπορώ ο άχαρος… μάνα- μάνα- μάνα μου… δε μπορώ…», και ξαφνικά, σα να ξύπναγε από λήθαργο και να γινότανε τελείως καλά, έλεγε του Κοκιόρη: «Δημήτρη το’γραψες;…».

Όμως δεν ήτανε γραπτό να κρατήσει για πολύ αυτή η ωραία ατμόσφαιρα. Όπως όλα τα ωραία πράγματα άρχισε να χαλάει.

Ξαφνικά ακούνε το Θανάση το Τζαχάγια να κατεβαίνει από το Κουλουρίδι απειλώντας θεούς και δαίμονες με πρώτο- από τη μεριά των δαιμόνων- τον αγροφύλακα.

Μπαίνει μέσα στο μαγαζί κραδαίνοντας το χέρι του στη μεριά του αγροφύλακα, «Πράτει, άστα τώρα, πράτει να κάμουμε ανακρίσεις, να πάμε τσου Καρσσάδες, να βρούμε τον Εισαγγελέα να κάμω μήνυση… δε μού’πες που θα τσι φυλάς ορέ;… έτω… μου φάγανε τσι δύο… το ξέρεις;…». Και όπως καταλάγιαζε σιγοψιθύριζε, «…και τσείχα σα θυγατέρες…!».

Η συζήτηση στο μαγαζί, άρχισε να περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα. Λέει ο Μονονός:

«Εγώ, είχα πιάκει μίανε που μού’κλεβε τα σκάμουνα πρωτού τση Κατοχής. Την έβαλα κάτω… και τσή’καμα τα ροκέτα τορκό!… Αμή τώρα;… γυρεύω να τηνε ‘βρω για να κατουρήσω και είναι κρουβησμένη…». Κι ο Κλίκος καπάκι:
«Να κοιτάξεις ορέ, γιατί κρουβήζεται από πίσω… και θα πάθεις καμία ζουμιά…».

Κι ο Κουτσουνής: «Εγώ μια μέρα στου Τσουμπάνη, έπιακα μίανε που μού’κλεβε τα τζίτζιφα… την αρπάζω από το παλακούρι και τση λέω: ή θα κάτσεις τώρα, ή θα το μάθει όλο το χωριό…».
Κι ο Κλίκος: «Οποπώ, ορέ…», και χτυπώντας το δάχτυλό του στο τραπέζι: «Δύο σπαθί!…».

Του Μπόγια του Γιάννη άρχισε να του καλαρέσει που όλοι οι κλέφτες στην ιστορία του κόσμου ήτανε πάντα γυναίκες, αλλά αυτουνού δεν του’χε τύχει να πιάκει καμίανε να θαραπαεί κι εκείνος, κι άρχισε να λέει διστακτικά:
«Εγώ, άμα πιάκω καμίανε θα…».

Μπαίνει στο μαγαζί ο Πιτσιρής, τον άκουσε όπως έμπαινε: «Τι θα τση κάμεις ορέ, αφού δεν έχεις τίποτα, αφού είναι σα μαρίδι… άμα το ‘χανε στο φρόντε κάτι θα μπόρουνες να κάμεις…».

Ο Κλίκος έσκασε στα γέλια. Ο Κανάρης υπόφερε. Ο Κοκιόρης γύρευε τη λάπε για να το γράψει. Ο Κουτσουνής συνέχιζε αλλά δεν άκουγε κανένας. Ο Μονονός ετσώπασε. Ο Γιάννης ο Μπόγιας έλεγε του Πιτσιρή, ότι «άμα τη βγάλει απάνω στο τραπέζι θα φύγουνε όλοι αρώντα…».

Ο Τσάντος καθότανε όξω από το μαγαζί του, απέναντι, χουμάριζε και μονολογούσε: «Κούταβλε Τζαχάγια, με το Σμπίρη που έμπλεξες σιγά μη βρεις την άκρη…».

Ο Θανάσης ο Τζαχάγιας άρχισε να νευριάζει απίσω: «Πότε θ’ αρχινήσεις τσι ανακρίσεις;», ρωτάει τον αγροφύλακα…

- Αύριο. Αύριο Θανάση μου. Αύριο πρωί- πρωί… Αρχίζουνε οι ανακρίσεις!!…

(Στη φωτογραφία ο Ταγός. Ανεβαίνει από τα Τζαβελάτικα και πηγαίνει στου Κανάρη).

(Βαλανειό 1965).