Η σειρά των διηγημάτων του Παπακαβάσιλα που ακολουθεί είναι το τρίτο μέρος και δημοσιεύεται με την επιμέλεια του Χρήστου Κρασάκη.
Ο ΜΥΛΟΣ
Εγώ τότε σε αυτή την ηλικία έκανα και το μυλωνά.
Είχαμε το μύλο στην Ιτιά, εμείς, οι Μπουριτσαίοι, και οι Νταλιεταίοι.
Τον είχαμε μοιράσει κι εγώ είχα ένα μέρος το μήνα, και στις εννιά αυτές μέρες οικονομούσα από τριάντα με σαράντα λίτρες γέννημα, που ζυμώναμε μια- δυο φορές μ αυτό.
Ας πούμε πως τα καταφέρναμε να κουτσοζήσουμε. Εγώ όμως σαν παιδί ήθελα και κάνα φράγκο για καμία κοντσίνα κανένα ούζο, λίγο κρασί…
Τότε στο χωριό, δυο- τρεις έκαναν κρασί, και το έπιναν.
Αν έκαναν οι άλλοι το πούλαγαν για να καλύψουν κάτι πιο αναγκαίο.
Στο μύλο που καθόμουνα τις εννιά μέρες το μήνα, μάζευα βεργιά από ιτιές κι έκανα κανένα κοφίνι.
Τα έφτιαχνα ωραία, και παρ όλο που φτιάχνανε πολλοί στο χωριό, εγώ τα πούλαγα στις Αηδουλίτσες και τσι Κυπριαναδίτσες που έρχονταν να αλέσουν.
Η αλήθεια είναι όμως πως καμία δεν είχε λεφτά να μου πλερώνει αυτό το τάλαρο που ήταν η αξία τους. Με ένα τάλαρο αγόραζες πέντε κάρτα ψωμί ή μια μποτίλια κρασί ή μια ροδέλα ράμματα για μπάλωμα του φτυαριού!
Για να αγοράσεις ένα κουτί τσιγάρα μικρό, από έντεκα τσιγάρα, ακόμη ήθελες μισό φράγκο. Είχε πεντέμισι φράγκα.
Αυτή ήταν η αξία του τάλαρου. Και για να το οικονομήσεις έδινες ένα κοφίνι.
Εγώ έδινα το κοφίνι στην αλεσματάρισσα και όταν έρχονταν να αλέσει ξανά και με εύρισκε στο μύλο μου το έδινε, αν δεν ήμουν εκεί τότε μου το έστελνε με τον Νταλιέτο ή τον Μπουρίτση, τους άλλους μυλωνάδες.
ΤΑ ΤΕΡΤΙΚΑ
Ο Σαμιώτης εβοηθούσε τον πατέρα του κι έφτιαχναν τερτικά. Τις Κυριακές, όσοι έφτιαχναν τερτικά, φόρτωναν τις γυναίκες τους ή άλλες γυναίκες επί πληρωμή, και τα πήγαιναν στα χωριά να τα πουλήσουν, στην τύχη…
Πόσες φορές δεν βρήκαν αγοραστές και τα παράτησαν εκεί και γύρισαν σπίτι τους χωρίς λεφτά και χωρίς τερτικά…
Ο Κοκόλης, για να τα πουλάει εύκολα- τα έδινε πολύ φτηνότερα από τους άλλους- μα κι ο κόσμος που τα αγόραζε από ανάγκη, ήταν φτωχοί άνθρωποι.
Αλλά κανένα πράμα δεν μπορεί να είναι καλό όταν είναι πολύ φτηνό, κι ο Κοκόλης τα πλάκωνε για να φτιάξει πολλά αλλά δεν ήτανε στέρεα, πλέρια.
Εδώ αξίζει να γράψουμε κάτι που έγινε τσου Καρσάδες με τα φτηνά τερτικά του Κοκόλη:
Μια Κυριακή πήγε ο Κοκόλης τσου Καρσάδες, ξεπούλησε τα φτηνά τερτικά γλήγορα, και γύρισε στο χωριό.
Μέσα στη βδομάδα όμως, ένας αγοραστής καρσαδίτης, έγειρε ένα τερτικό ανάποδα- με τον πάτο απάνω και το στόμιο κάτω -όπως κάναμε όλοι τότε για να εξυπηρετηθούμε- και πάτησε απάνω για να φτάκει ένα σταφύλι από την περγουλιά.
Όπως εγδώθηκε για να το κόψει έφυγε ο πάτος του τερτικού κι ο Καρσαδίτης βρέθηκε μέσα στο τερτικό. Το τερτικό του εφτανε μέχρι τη μέση του, και όπως είναι κωνικό το σχήμα του, έμοιαζε με… φούστα!!
Δεν είπε τίποτα παρόλο που σκιάχτηκε, και με ποιόν να τα έβανε;
Πρέπει να πούμε πως ήταν και αγαθός άνθρωπος κι έτσι περίμενε νάρθει η Κυριακή να κάμει τα παράπονά του στο μάστορα, τον Κοκόλη, που αγόρασε το τερτικό.
Πράγματι την Κυριακή να σου ο Κοκόλης τσου Καρσάδες!
Τον πλησιάζει ο Καρσαδίτης και με το ιδιότυπο χιούμορ- τη καρσαδίτικη προφορά- του λέει:
-Δε μου λες πατριώτη, τώρα που μού καμες τη φούστα θα μου κάμεις και το από πάνω, τη μπλούζα;
Ερώτηση που έχει μείνει στην ιστορία και τη λένε σαν ανέκδοτο!
Ο Κοκόλης δεν εκατάλαβε αμέσως και όταν του εξήγησαν οι Καρσαδίτες είπε:
-Εγώ κάνω τερτικά για να βάνουνε πράματα μέσα, κι όχι για να ανεβαίνουνε απάνω από την ανάποδη και μετά να τα κάνουνε φούστες!!
Αυτό ήταν όλο. Τον κέρασε κι όλας ο Καρσαδίτης και η παραξήγηση διαλύθηκε.
Και τώρα καταλαβαίνει ο αναγνώστης πόση ανάγκη είχαμε να οικονομήσουμε κανένα φράγκο, να κεραστούμε σαν παιδιά, που πηγαίναμε περίπατο στο «στάδιο» και περνούσαμε από το μαγαζί του Ντόλου.
Να πάρουμε λίγο ταμπάκο από το Μπάρο- τότε μαθαίναμε να φουμάρουμε- εδούλευε εφημερίδα και πατατόφυλλο που πήγαινε καπνός (κυριολεκτικά).
Γι αυτό έπρεπε να κονομήσουμε όβολα, κάτι να σκεφτούμε, κάτι να κάμουμε- κάποια δουλειά…
Κι έτσι βρήκαμε τι θα κάναμε, που κατά τους υπολογισμούς μας, θα έβγαινε ένα καλό μεροκάματο!!
Ο ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ
Ήταν είκοσι του Αλωναριού, και από τη πρώτη Αυγούστου αρχινούσε το προσκύνημα στον υψηλό Παντοκράτορα. Κρατούσε- και ακόμα κρατάει- τσι έξι πρώτες μέρες του μήνα. Από τη πρώτη Αυγούστου μέχρι τσι έξι που είναι η γιορτή.
Τότε, και μέχρι σήμερα, πήγαιναν πολλοί μικροπωλητάδες, άλλος με σταυρίδια και μέτρες, οι Μαλακιώτες με κουλούρια, κουτσούνες, κοκόρους, πιστόλες και άλλα.
Ακόμα και καρπούζια ανέβαζαν με τσου γαιδάρους.
Εγώ με το Σαμιώτη σκεφτήκαμε να πάμε με κουλούρια. Αλλά για να βγάλουμε περισσότερα όβολα είπαμε να μη τα αγοράσουμε από τσου Μαλακιώτες. Το Λάτα ή τον Μανάρη, και να τα φτιάξουμε μόνοι μας…
Ο ΣΤΕΦΑΝΗΣ ΤΟΥ ΜΠΟΥΓΚΟΥ
Αποφασίσαμε λοιπόν, να πάμε στο Στεφανή του Μπούγκου, που ήξερε να κάνει κουλούρια και είχε και κάποια υλικά που βάζανε μέσα στο ζυμάρι για να γίνουν ωραία. Θα τον πληρώναμε που θα μας έλεγε πώς να τα κάμουμε.
Ο Μπούγκος είχε πάψει να κάνει αυτή τη δουλειά.
Ούτε «κοτσιλιές» έκανε, που τότε τσι πουλούσε στο μαγαζί του μία δεκάρα τη μία. Είχε σταματήσει πριν από έξι μήνες να ανακατώνεται με τα ζυμάρια και τσου φούρνους. Ήταν γέροντας και δεν μπορούσε πια.
Πράγματι, ο Μπούγκος δέχτηκε αμέσως όταν του το προτείναμε.
Τώρα μας έλειπε όμως το κυριότερο… το κεφάλαιο..
Για το κεφάλαιο θα πηγαίναμε στον Καστάνη. Στον πλούσιο του χωριού! Γιατί τότε, μετά από τους λαδέμπορους και δύο μεγάλα μαγαζιά που μας χρέωναν, ήταν ο Καστάνης ο λεφτάς.
Του το είπαμε και δέχτηκε να βάλει το κεφάλαιο εκείνος, εμείς τη δουλειά, και ο Στεφανής τη μαστοριά!
Μέχρι εδώ όλα πήγαιναν καλά.
Ο Στεφανής μας πήρε κάτω στο σπίτι του, που είχε το φούρνο, να μας κάμει θεωρία να ξέρουμε τι θα κάνουμε- όταν θα έφερνε ο Καστάνης τα υλικά από τη χώρα, σύμφωνα με τη παραγγελία που του έδωκε ο Στεφανής ο Μπούγκος.
Είχε λίγο αλεύρι εκεί, μας είπε και το ζυμώσαμε, και μας έδειξε πως θα κάναμε τα κουλούρια, τσι κουτσούνες, τσου κοκόρους, και τα πιστόλια.
Αφού είδε πως τα καταφέρναμε μας είπε εν τάξει. Όταν έρθουνε τα υλικά θα τα φτιάξουμε…
ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ
Εδώ πάλε θα κάμω μια παρένθεση για να σας περιγράψω το σπίτι του… μάστορα του Μπούγκου και τα άλλα σπίτια του χωριού.
Ανεβήκαμε απάνω στο πάτωμα από μια σαπρόσκαλα. Από την κόρδα τση σκεπής κρέμονταν ένα κοφίνι από έναν κλίτσιο- πάνω στο κλίτσιο- ήταν δεμένοι ένα μάτσο αδραχτιλιώνοι με τα αγκάθια προς τα ‘πάνω ώστε να εμποδίζουν τσου μποντικούς να μπούνε μέσα στο κοφίνι και να φάνε ό,τι είχε μέσα…
Αυτό ήταν τότε το αρμάρι για κάθε σπίτι, που φυλάγαμε μέσα κάθε τι φαγώσιμο, να μη το βρουν οι μποντικοί.
Το κοφίνι αυτό συνήθως, ήταν μεγάλο- χεροκόφινο- όπως το λέγαμε και ήταν κρεμασμένο σε τόσο ύψος, όσο να το φτάνει ένας μεγάλος. Εκεί εβάναμε το ψωμί- τσι μπαρμπαρέλες- ποιος ζύμωνε τότες με αλεύρι από στάρι…
Αυτό ήταν το ντουλάπι μας.
Ύστερα αν θέλαμε να φυλάξουμε φαΐ για κάποιον που ήταν έξω και θα αργούσε να ‘ρθει, το φυλάγαμε στο συρτάρι του μπάγκου που απάνω τρώγαμε. Αν δεν υπήρχε μπάγκος, τότε μέσα στο φούρνο. Φούρνο είχανε όλοι, τραπέζι;;
Από όσα σπίτια ήξερα- γιατί γύριζα με τον Παπαχάχαλη και κάναμε Παρακλήσεις το δεκαπενταύγουστο ή τα Θεοφάνεια με τα κάλαντα- τα μισά είχανε τραπέζι όπως το λέμε τώρα. Και σκάνιο για να κάθονται, όπως το λέγαμε τότες.
Τότες που κάθονταν να φάνε;
Όλα τα σπίτια είχαν ένα μπαγκούλι ή έναν σουφρά. Το μπαγκούλι είχε τέσσερα κομμάτια ξύλο για πόδια και ήτανε τετράγωνο. Ο σουφράς δεν είχε πόδια, ήταν δύο κομμάτια τάβλες πλάτους σαράντα εκατοστά και καρφωμένη απάνω μια «ρόδα» εβδομήντα εκατοστά διάμετρο.
Το ύψος ήταν το πλάτος τση τάβλας, όπως και στο μπαγκούλι, και τα δύο ποτέ παραπάνω από σαράντα- σαράντα πέντε εκατοστά ύψος.
Εκεί γύρω- γύρω κάθονταν η οικογένεια κι έτρωγε καθισμένοι απάνω τσι κρούσες που ήταν ή από ελιά- χοντρό γογγύλι- ή από κεπαρίσσι ή άλλο ξύλο.
Αυτά ήταν τα έπιπλά μας.
Τα τριτσέλια που φτιάχναμε το κρεβάτι, και η κασέλα, το πιο ακριβό έπιπλο.
Εκεί είχε τη προίκα της η νοικοκυρά. Οι κατσαριόλες, τα ταψιά, τα τηγάνια, ήτανε από χάλκωμα. Τα πιάτα, το μπουκαλέτο ή μαστραπάς, οι κύκαρες, οι τσουκάλες, όλα αυτά ήταν από πηλό και τα φτιάχνανε στη Γαρίτσα!
Μεγάλη πολυτέλεια για κάποιο σπίτι ήταν όταν είχε κάποια ποτήρια από γυαλί και κανένα ρακοπότηρο που πίναμε κουνιάκου του Αϊ Βασιλιού ή όταν κάποιος ήταν άρρωστος και τον πονούσε το στομάχι του…
Είχαμε και κάνα- δύο μπουκάλες, που όταν είχαμε λεφτά, αγοράζαμε κρασί!!
Σοβάδες δεν υπήρχαν στα περισσότερα σπίτια, ούτε στο δικό μου, εχτός από μια κάμαρη που κοιμούντανε ο πατέρας μου με τη μάνα μου.
Το υπόλοιπο σπίτι ήταν «αβέρτο».
Τσι τρύπες από τσι σκαλωσιές τσι χρησιμοποιούσαμε για ράφια. Τσι κλείναμε απ έξω με λίγο πηλό και μια πέτρα και είχαμε από μέσα ένα ράφι που βάναμε απάνω τα τσαρούχια μας μη μας τα πάρουνε τη νύχτα οι σκύλοι, τσι σκάλτσες, και καμιά φορά ακόμα και λεφτά- αν είχαμε.
Η κουζίνα ήταν στον ίδιο χώρο. Κάπου σε μια άκρη η ογνίστρα και ο φούρνος κι εκεί κοντά κι οι… προβατίνες, οι… κότες- αν δεν την είχαν κοπανίσει- το βράδυ όμως εξάπαντος!!
Γάτοι, σκύλοι και τέτοια, δεν είχανε να φάνε. Πάντως αν είχε κανένας, ήτανε όλα μολάδα
Μερικοί χωριανοί είχανε χωρίσει τη κουζίνα από το υπόλοιπο σπίτι με ένα μοροφίνιτο από καλάμια και πηλό για να μη κοτσιλάνε οι κότες στα κρεβάτια μας.
Αυτή είναι η εικόνα από τα σπίτια που γνώρισα όταν ήμουν μικρός.
Και τώρα ας γυρίσουμε στην ιστορία μας που την παρατήσαμε για να δούμε πως ήτανε τα σπίτια του χωριού πριν πενήντα χρόνια.
Ο ΣΤΕΦΑΝΗΣ ΤΟΥ ΜΠΟΥΓΚΟΥ- 2
Ο Καστάνης έφερε όλα τα υλικά που του είχε πει να φέρει ο Στεφανής. Πήγε στη χώρα να ψιωνίσει και για τη δουλειά του, έφερε και τα υλικά για τα κουλούρια.
Τα πήραμε όλα στο σπίτι του Στεφανή και κάναμε- εγώ και ο Σαμιώτης- ό,τι μας έλεγε.
Ζυμώσαμε το αλεύρι, του έριξε ο Στεφανής τη ζάχαρη και ό,τι άλλο ήξερε, έκαψε σε μια κατσαριόλα ζάχαρη, έριξε και μαύρο πιπέρι να γίνουν πιπεράτα. Τα φτιάχναμε, και τα ψήναμε στο φούρνο.
Όταν τελειώσαμε με τα κουλούρια αρχίσαμε να κάνουμε τσι κουτσούνες, τσου κοκόρους, και τσι πιστιόλες.
Αυτά χρειάζονταν ορισμένα χρώματα- και μέσα στο ζυμάρι- να ζυμωθούν μαζί, και μετά με ένα πινελάκι εβάφαμε τα φτερά, τα μάτια, το λειρί, όλα με έντονο κόκκινο χρώμα και έντονο κίτρινο.
Το κίτρινο ο Στεφανής, το έλεγε Τζαφαρώνα!!
Αυτά τα χρώματα μαζί με κάτι άλλο που δεν ξέρω, και που έβαζε μέσα στο ζυμάρι ο Στεφανής, τα είχε μέσα στο κοφίνι που αναφέραμε πιο πάνω.Όταν κατέβασε το κοφίνι από τη κόδρα ο Στεφανής, το κράταγε αγκαλιά του σα να χε ξερά λείψανα μέσα.
Όταν εγώ τον είδα να το κρατά με… τέτοια ευλάβεια, τον ρώτησα με αφέλεια χωρίς να σκεφτώ πως θα πειραχτεί:
-Στεφανή, τι έχεις αυτού στο κοφίνι και το κρατάς έτσι, μπορώ να δω;;
Μου έριξε μια ματιά τόσο εχθρική σα να του έκανα μεγάλη προσβολή και μου ‘πε χωλεμένος:
-Κουτσούλους!!
Εγώ τάχασα, για λίγο όμως, γιατί τον ξέραμε το Στεφανή. Ήταν πολύ παράξενος μα ύστερα από δυο λεφτά δεν έτρεχε τίποτα.
Έτσι, εξακολουθήσαμε τη δουλειά μας ήσυχα μέχρι το βράδυ που είχαμε τελειώσει δυο τερτικά κουλούρια και κουτσούνες. Καταφέραμε να είναι έτοιμα την τελευταία μέρα του Αλωνάρη ώστε να είναι φρέσκα.
ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΑ
Το βράδυ λοιπόν, τσι τριάντα μία του Αλωναριού, πήραμε το γάιδαρο τση Γαλάνως- ο Καστάνης τον ζήτησε που ήταν και γειτόνοι τότες- ετοιμάσαμε ψωμί, ντομάτες, κρεμμύδια, ελιές, και τσι τρεις η ώρα ξημερώνοντας η πρώτη Αυγούστου, φορτώσαμε το γάιδαρο και ξεκινήσαμε με πεντέξι άλλους παρέα από το χωριό.
Στο Ζυγό βρήκαμε και άλλους από άλλα χωριά, και πηγαίναμε όλοι τραγουδώντας, όταν βρίσκαμε ίσιο δρόμο χωρίς ανήφορο.
Περάσαμε το Ζυγό, και φθάσαμε στο δημόσιο δρόμο που έρχεται από τη χώρα και περνάει από το Σπαρτύλα, Σγουράδες, Ομαλή, Επίσκεψη.
Πριν φθάσουμε τσου Σγουράδες είναι ένα μονοπάτι που κόβει αρκετό δρόμο. Είναι όμως πολύ ανηφορικό, και από ‘κει πήγαν όλοι οι άλλοι.
Εμείς- εγώ, ο Σαμιώτης, κι ο Καστάνης- πήγαμε από το δρόμο το δημόσιο, και περάσαμε από τσου Σγουράδες και κάμαμε όλη τη βόλτα.
Εν τω μεταξύ όσο να φτάκουμε κι εμείς στην «Παναγιά τσου δρόμους»- όπως λέγεται το μοναστηράκι κοντά στον Στρινύλα- οι άλλοι είχαν φτάκει στα «Πηγαδούλια» είχαν ανάψει στιά κι έκαναν καφέ.
Εμείς, με το γάιδαρο φορτωμένο, όταν φτάκαμε κοντά στο μοναστήρι, φύγαμε από το δημόσιο δρόμο, πήραμε το μονοπάτι και βρήκαμε όλη τη παρέα στα Πηγαδούλια που κάθονταν και περίμεναν να βράσει το κουκουμί και να γένει ο καφές… καφές; Στάρι ή ρεβίθι με τότσο καφέ μέσα…
Τον καφέ, τη ζάχαρη, και τσι κύκαρες τα είχε ο αρχηγός τση παρέας, που πάντα ήτανε μια γυναίκα, η αρχαιότερη. Αυτή ήξερε καλά το δρόμο, και αυτήν έπρεπε να υπακούμε όλοι. Περισσότερο οι κοπέλες και τα μικρά από έντεκα χρονώ μέχρι δεκάξι.
Τα πηγαδούλια είναι καμιά πεντακοσαριά μέτρα από το δημόσιο δρόμο που πηγαίνει στον Στρινύλα, και δίπλα περνάει το μονοπάτι τση «Παναγίας τσου δρόμους» και φθάνει σε ένα σιάδι, τρία- τέσσερα στρέμματα. Εκεί είναι πολλά ρηχά πηγαδάκια χωρίς τραχεία με πολύ καλό και δροσερό νερό!
Εκεί κάθονταν όλες οι παρέες τότε, γιατί τώρα πηγαίνουν με αυτοκίνητα, ξεκουράζονταν και πίνανε καφέ.
Εκεί λοιπόν, βρήκαμε την παρέα μας μαζί με άλλες παρέες από τα κατωχώρια:
Καρσάδες, Καβαλούρι, Βελονάδες, Περουλάδες. Ξεφορτώσαμε το γάιδαρο, εκάτσαμε λίγο να ξιδρώσουμε, έπιαμε νερό και καφέ, που τον είχε σιάξει η μακαρίτισσα η Φλένια!
Αυτή ήτανε ο αρχηγός τση παρέας από το χωριό μας.
Αφού ξεκουραστήκαμε, φορτώσαμε τα πράματα μας στο γάιδαρο, και ξεκινήσαμε όλοι μαζί για τον Παντοκράτορα. Χωρίς άλλο σταθμό παρά μόνο στα «πατινά κελιά».
Πράγματι, με το που έβγαινε ο ήλιος, χωρίς άλλες περιπέτειες, φτάκαμε στη «μεγάλη στέρνα» που είναι στα πατινά κελιά, στη ρίζα του βουνού.
Εκεί βρήκαμε αναμένες στιές, έπιαμε κι άλλον καφέ, και πήραμε τον ανήφορο για τον Παντοκράτορα. Καλός δρόμος με πολλές στροφές, που σήμερα τον έχουν πλατύνει και ανεβαίνουν τα αυτοκίνητα!
Σε λίγη ώρα φτάκαμε. Ξεφορτώσαμε το γάιδαρο και πήγαμε στην εκκλησιά να προσκυνήσουμε. Πρώτα πήγαμε εγώ με το Σαμιώτη, κι όταν γύραμε, επήγε και ο Καστάνης.
Ύστερα βρήκαμε εκεί σε μια γωνιά μια παλιό πορτα, τη σκουπίσαμε και- από το ένα μέρος- την αποθώκαμε απάνω στο πεζούλι, πίσω από το Άγιο Βήμα της εκκλησιάς. Στο άλλο μέρος βάλαμε μια μεγάλη πέτρα, και κάμαμε ένα πρόχειρο τραπέζι, το σκεπάσαμε με χαρτιά σαν τραπεζομάντιλο, και τοποθετήσαμε τα εμπορεύματα μας σα βιτρίνα: Ένα σωρό κουλούρια στο πίσω μέρος, και μπροστά απλώσαμε τσι κουτσούνες, τσου κοκόρους, τσι πιστιόλες, έτσι που να φαίνονται όμορφα!!
Όπως ήταν χρωματισμένα με έντονα χρώματα, κόκκινα και κίτρινα προπαντός, και βαλμένα με τρόπο ώστε να γλέπει ο κόσμος και να αγοράζει, και δίπλα απλωμένα τα σταυρίδια και οι μέτρες!!
Όλα τα είχαμε σκεφτεί με τον Σαμιώτη, δε σκεφτήκαμε όμως το σπουδαιότερο: Δε μας πέρασε καθόλου από το μυαλό- εμέ και του Σαμιώτη- ό,τι αφού εκάμαμε όλες τσι δουλειές, δε θάμαστε πλέον έμποροι, παρά δούλοι και φύλακες.
Είμαστε παιδιά, και δεν ξέραμε τι θα πει «εκμετάλλευση.» Αυτά τα πράματα τα ξέρουνε καλά οι μεγάλοι, μέχρι σήμερα και πάντα- πάντα έτσι θα γίνεται όταν υπάρχει φτώχεια και δυστυχία. Όταν ο ένας δε χορταίνει με τίποτα- ο άλλος δεν έχει τι να φάει…Έτσι δε θα ‘ναι;;
Ισόμα: Η δουλειά μας θα έπρεπε να είναι έξη μέρες, πιο σωστά, μέχρι να πουλήσουμε όλο το εμπόρευμα. Εμάς όμως η δουλειά μας ήταν αυτή που μας ανάθεσε ο Καστάνης:
Να προσέχουμε τα τερτικά με τα κουλούρια που τα είχε δίπλα του, κι έπαιρνε λίγα- λίγα όπως πουλούσε στον πάγκο. Αυτό όμως κράτησε τσι πρώτες μέρες, γιατί εκανόνισε- αφού τα χωρούσε ο πάγκος- να αδειάσει τα τερτικά, να τα βάλει όλα απάνω, και να τα προσέχει ο ίδιος…
Τα λεφτά απ’ ό,τι πουλούσε τα έβανε στη μπούρσα του, κι εμείς… κοιτάζαμε.
Στο μεταξύ τελειώνανε και τα τρόφιμα που είχαμε πάρει μαζί μας, κι έπρεπε να φάμε εμείς και ο γάιδαρος.
Ο Καστάνης είχε λεφτά κι εύρισκε- ακόμα και φασουλάδα!!!- που πουλούσανε και όποτε ήθελε έτρωγε.
Ο γάιδαρος, λίγα αποφάουδα από ένα άλογο που ήταν εκεί, και από τσου άλλους γαιδάρους. Του αγόραζε και ο Καστάνης μια λίτρα βρώμη την ημέρα, τον ποτίζαμε κι από τη στέρνα, και περνούσε.
Εμείς όμως. Τίποτα…
Λεφτά δε μας έδινε ο Καστάνης. Θα κάναμε λογαριασμό στο τέλος- μας έλεγε- και ότι έχομε πάρα πολλά έξοδα… μας έλεγε.
Γι αυτό, ούτε λίγο- ούτε πολύ, τη μέρα- μεσημεριάτικα- που άδειασε ο Καστάνης τα κουλούρια από τα τερτικά στο πάγκο, μας έστειλε στο χωριό να φέρουμε τρόφιμα, και να πάρουμε πίσω το γάιδαρο και τα άδεια τερτικά.
Κατά τσι τρεις το μεσημέρι, φορτώσαμε τα τερτικά, και ξεκινήσαμε για το χωριό.
Φτάκαμε τσι εφτά το απόγιομα μόλις εκαθόντανε ο ήλιος.
Μόλις μας είδαν οι γονείς μας απόρησαν, όταν τους είπαμε μάλιστα ότι πήγαμε να πάρουμε ψωμί, ελιές, ντομάτες, και θα ξανά πηγαίναμε στον Παντοκράτορα, μας ρώτησαν: «καλά δεν ήταν τίποτα να αγοράσετε να φάτε εκεί, παρά να κάμετε τόσο δρόμο και να ξανά πάτε;»
Εμείς τους είπαμε πως ήτανε, και πως θα πουλάγαμε όλο το εμπόρευμα και θα βγάναμε και διάφορο!!
Αλλά ήρθαμε να φέρουμε το γάιδαρο, ύστερα είμαστε μεγάλοι, τι ανάγκη είχαμε ‘μεις; Για παιγνίδι θα πηγαίναμε πάλε το πρωί στον Παντοκράτορα!
Τι να μας έλεγαν; Μας είπαν κάμετε ότι θέλετε.
Το βράδυ λοιπόν, αφού εφάγαμε τα λάχανά μας, μας ετοίμασαν ψωμί, ελιές, ντομάτες, τα βάλαμε σ’ ένα σακούλι, και για να ασκωθούμε αμπονώρα πήγαμε τση Μαμούλως και κοιμηθήκαμε κάτω από μια ελιά. Κατά τσι τρεις το πρωί κινήσαμε για το ταξίδι μας.
Τσι οχτώ η ώρα, ειμάστενε απάνω στον Παντοκράτορα, πεθαμένοι από το μούδιασμα…
Μας δέχτηκε ο Καστάνης γελαστός, αλλά δουλειά δε μας έδωκε, και αφού είμαστε ελεύθεροι, βρήκαμε έναν ίσκιο και ξαπλώσαμε να κοιμηθούμε μέχρι το μεσημέρι.
Ήταν η τέταρτη μέρα που γυρίσαμε από το χωριό. Ακόμα δυο μέρες θα μέναμε στον Παντοκράτορα.
Η μέρα τση γιορτής, πάντα ξημερώνει με λιγότερους προσκυνητές. Τσι έξι του μηνός, μετά την ολονύκτια ακολουθία, αμέσως γίνεται η λειτουργία.
Με την ανατολή του ήλιου, όλα είχαν τελειώσει. Και οι επίτροποι κατέβαζαν το ασήμι από τις εικόνες. Είναι πολύ το ασήμι γιατί είναι κι οι εικόνες μεγάλες και πολλές, και σκεπασμένες με ασήμι σχεδόν ολόκληρες, εκτός από το πρόσωπο και τα χέρια κάτω από τον καρπό.
Όλο αυτό το ασήμι το φόρτωναν τότε στα μουλάρια και το κατεβάζανε στον Στρινύλα και το ασφάλιζαν.
Και τώρα το ίδιο γίνεται. Με τη διαφορά που τώρα, το φορτώνουν στο αυτοκίνητο.
Αυτό το γράφω για όσους δεν ξέρουνε.
Όσο για το εμπόριο το δικό μας- που μετά από τόσα χρόνια μου ήρθαν όλα στη μνήμη και κάθομαι τώρα και τα γράφω- το δράμα άρχισε όταν ξυπνήσαμε, που μας είχε πάρει ο ύπνος, σαν παιδιά κουρασμένα, κάτω από ένα δέντρο εκεί στο πανηγύρι:
Ενώ είχαν πουληθεί τα δύο τρίτα από τα κουλούρια, καθώς και περισσότερα από τα μισά σταυρίδια, με αυτά που μας είπε ο Καστάνης απογοητευθήκαμε.
Εχάσαμε κάθε ελπίδα πως θα κερδίζαμε κάτι από αυτό το νεγότσιο…
Όταν του ζητήσαμε για δεύτερη φορά, να μας δώκει δέκα φράγκα κάθε μιανού για να πάρουμε κάτι κι εμείς, σαν προκαταβολή από το κέρδος που θα βγάζαμε, αφού έφευγε όλο το εμπόρευμα, αντί να μας δώσει κάτι, μας έδωσε να καταλάβουμε ότι- όχι μόνο δε θα βγάναμε διάφορο- αλλά θα είχαμε ακόμα και ζημιά- από αυτό το νεγότσιο…
Και είχαμε τόσο ανάγκη από αυτό το δεκάρικο… Να αγοράζαμε τουλάχιστον ένα πακέτο τσιγάρα να καπνίζαμε, και όχι να καπνίζουμε κρυφά ταμπάκο, προ πάντων την ημέρα, διότι απαγορεύονταν και είχε μεγάλο πρόστιμο- τριακόσια είκοσι φράγκα- αν σε έπιαναν οι χωροφύλακες, που ήταν γεμάτο το πανηγύρι από δαύτους.
Από αυτό το εμπόριο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, θα βγάναμε καθαρό διάφορο εκατό πενήντα φράγκα ο καθένας!
Αυτά πιστεύαμε, εγώ και ο Σαμιώτης.
Ο Καστάνης όμως είχε άλλα σχέδια, έκανε άλλο λογαριασμό. Γι αυτό μας έδωκε να καταλάβουμε πως μπορεί να μη βγάλουμε τίποτα, από αυτό το νεγότσιο, αλλά να χάσουμε κι όλας…
Απογοητευθήκαμε. Εμείς αλλιώς τα υπολογίζαμε όταν αρχίσαμε τη δουλειά και ριχτήκαμε με τόσο ζήλο.
Νομίζαμε πως θα ήμαστε τρεις σέμπροι και θα πλερώναμε τον Στεφανή το Μπούγκο από το κεφάλαιο.
Αυτό γίνονταν όσο είχαμε δουλειά… Ο Καστάνης ούτε το γάιδαρο δε φόρτωνε. Όλα εγώ με το Σαμιώτη.
Μεγαλύτερος ήταν, τον σεβόμαστε. Όταν όμως αρχίσαμε να πιάνουμε όβολα, εμάς μας έκαμε στη μπάντα, παρ’ όλο που δεν αγγίξαμε ποτέ ούτε ένα φράγκο, απ’ όλο αυτό το εμπόριο, και μας έτρωε και η κούραση.
Και να μας λέει πως μπορεί να χάσουμε κι όλας;;
Το πήραμε λοιπόν κι εμείς απόφαση. Δεν τον ξαναενοχλήσαμε για λεφτά, και όσο για τσιγάρα, πότε κάναμε καμία τράκα από κανένα γνωστό, πότε ταμπάκο από κανέναν άλλον, μακριά από την αστυνομία βέβαια.
Ακόμα, κατά βάθος, πιστεύαμε πως το πράμα θα πουληθεί όλο- όπως κι έγινε- θα κάναμε λογαριασμό, και κάτι θα παίρναμε… και γι αυτό δεν ξαναζητήσαμε προκαταβολή, ούτε παραπονεθήκαμε.
Ίσως ο αναγνώστης κάμει την εύλογη ερώτηση: Γιατί- όταν κοιμόταν ο Καστάνης- δεν πηγαίνατε να πουλάτε εσείς- να πάρετε τα όβολα και να του το πείτε κι όλας;;
Αυτό το σκεφτήκαμε από τη πρώτη φορά που μας είπε ότι δε μας δίνει τίποτα, μέχρι να κάμουμε λογαριασμό.
Πέσαμε όξω όμως και σ’ αυτό. Ξέρω ότι είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως και τα έξι μερόνυχτα που κάναμε το εμπόριο στο Παντοκράτορα, ο Καστάνης δεν κοιμήθηκε ούτε δύο λεφτά.
Όλες αυτές τσι μέρες δεν εγκατέλειψε το πόστο του, παρά μόνο για σωματική του ανάγκη. Όταν πήγαινε μας άφηνε, αλλά φρόντιζε να του ‘ρθει, όταν δεν είχε καθόλου δουλειά…. Μέχρι εκεί έφθασε…
Εμείς, όπως και να χει, φοβόμαστε να κάνουμε καμία κατσαφαλιά… παιδιά μικρά… τι να σκεφτούμε.
Ίσως γιατί τον φοβόμαστε, ίσως για να είμαστε εντάξει, πάντως μια φορά που έλειψε για κατούρημα, ο Σαμιώτης εισέπραξε εφτάμιση φράγκα, και όταν γύρισε του τα ‘δωκε αμέσως.
Εμείς, αφού εκείνος δεν κοιμότανε καθόλου, τη μέρα βρίσκαμε καμιά σκιά και μας έπαιρνε ο ύπνος, γιατί τα βράδια φύσαγε εκεί πάνω, έκανε και κρύο, και σπάνια κοιμόμαστε.
Τα πιο πολλά βράδια, πηγαίναμε έξω από το πορτόνι που είναι ανατολικά, και φαίνονται οι Παλιοσινιές και η χώρα.
Από κει έρχονται όλοι οι νότιοι, καθώς και οι χωραΐτες και οι Μαντουκιώτες.
Φτάνουν μέχρι την παραλία- τα «γλυφά»- με το καΐκι δια θαλάσσης, και μετά ποδαρόδρομο περνούσαν δίπλα από το «έρημο χωριό»- τότε- τώρα δεν ξέρω τι έχει γίνει εκεί.
Όσοι έρχονταν από κει έφθαναν πάντα νύχτα με το καΐκι στα γλυφά, και μετά σιγά- σιγά, διάφορες παρέες ανέβαιναν το βουνό κι έφταναν απάνω χλουμπά- ξημερώματα.
Εγώ με τον Σαμιώτη, αφού δεν είχαμε δουλειά, καθόμαστε ένα βράδυ έξω από το πορτόνι και χαζεύαμε τσι παρέες που ανεβαίνανε.
Κατά τσι δύο και μισή ανέβαιναν μια παρέα από εικοσιπέντε άτομα που αργότερα μάθαμε που ήτανε Μαντουκιώτες. Πιο πολλές γυναίκες, οι άντρες θα τανε πέντε- έξη μόνο.
Αφού ανέβηκαν και τα τελευταία τέσσερα σκαλιά που φθάνουν στο σιδερένιο πορτόνι και μπήκαν στην αυλή της εκκλησιάς, σταμάτησαν τη φασαρία, γιατί εμείς τους ακούγαμε που κουβέντιαζαν πολύ έντονα- σα να τσακώνονταν- ανεβαίνοντας στο βουνό.
Δε μας ένοιαζε όμως τι λέγανε. Εμείς κλαίγαμε την αγρύπνια, την αδεκαρία, και την κούρασή μας.
Όλα θα περνούσαν αν είχαμε κάνα πενηντάρικο.
Η ΣΙΟΡΑ ΑΜΑΛΙΑ ΚΑΙ Η ΣΙΟΡΑ ΚΑΛΛΙΟΠΗ
Μετά τους είδαμε όλους που πέρασαν και πήγαν να βάλουνε τα πράματα τους μέσα σ’ ένα κελί, ισόγειο, πίσω από την εκκλησία.
Αφού εγκαταστάθηκαν μπήκαν μέσα στην εκκλησία να προσκυνήσουν, και ύστερα από είκοσι λεφτά, γύρισαν δύο γυναίκες από τη παρέα τους, πέρασαν από κοντά μας, πήγαν δύο βήματα πιο κάτω, σταμάτησαν εκεί και άρχισαν πότε η μια και πότε η άλλη να φωνάζουν:
- Σιόρα Αμαλίαααα - η μία
- Σιόρα Καλλιόπηηη – η άλλη.
Η μία είχε φωνή φυσική, γυναικεία. Η άλλη όμως, είχε μια διαπεραστική στριγκλιά φωνή που μας έσπαγε τα τύμπανα.
Φώναξαν τρεις- τέσσερις φορές η κάθε μια και έφυγαν. Μετά από δέκα λεπτά ξανάρθαν και κάνανε το ίδιο.
Το κάνανε δυο- τρεις φορές αυτό και όσο να ξανάρθουν μου λέει ο Σαμιώτης να τις ρωτήσουμε να μάθουμε τι συμβαίνει.
Και πράγματι, όταν ήρθαν αφού τους ζητήσαμε συγνώμη, τις ρωτήσαμε ποιες ήταν αυτές που φωνάζουν και πως δεν ανέβηκαν όλοι μαζί επάνω…
Αυτές - όπως αποδείχτηκε- ζητούσανε αφορμή κάποιος να ενδιαφερθεί και πιάστηκαν από εμάς. Μας παρακάλεσαν, αν θέλαμε, να τσου κάμουμε τη χάρη να πάμε πιο κάτω από δυο- τρεις βόλτες στο δρόμο, που είχαν μείνει πίσω δυο ηλικιωμένες γυναίκες, και θα μας έδιναν δέκα φράγκα κάθε μιανού αν τις βοηθούσαμε να ανέβουν απάνω…
Η χαρά μας δεν περιγράφετε!!
Θα περνούσαμε την ώρα μας, θα κονομάγαμε και το χαρτζιλίκι μας, θα αγοράζαμε και τα τσιγαράκια μας!!
Θα παίρναμε επιτέλους και δυο φέτες καρπούζι που το γλέπαμε όλες αυτές τσι μέρες και το ζηλεύαμε…
Συμφωνήσαμε να πάμε κι όταν θα γυρίζαμε να μας έδιναν οπωσδήποτε το εικοσάρικο που είχαμε συμφωνήσει. Αφού μας είπαν «αλίμονο, τι λέτε τώρα, προς Θεού» και διάφορα τέτοια- είπαμε κι εμείς ότι «από τη χώρα είναι δεν μπορεί να μας γελάσουν». Γιατί όλα- πράματα και άνθρωποι- όταν ήτανε από τη χώρα ήταν καλά!
Αφού τις πιστέψαμε πήραμε το κατήφορο χωρίς φακό ή φανάρι, γιατί πριν ξεκινήσουμε ζητήσαμε από κάποιον που είχε πάγκο ένα φανάρι, αλλά αυτός μας γύρεψε το εικοσάρι που θα μας έδιναν για πληρωμή. Φυσικά δεν δεχτήκαμε κι εκείνος δε μας το δωσε- ένα μεγάλο φανάρι από κάρο με πετρόλιο!
Τέλος αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τον απότομο κατήφορο- είναι πιο απότομος αυτός ο δρόμος από τον άλλον- που έρχονταν ο κόσμος από τα δικά μας τα μέρη, ο δυτικός.
Αφού περάσαμε την τρίτη στροφή, γύρω στα οχτακόσια μέτρα δρόμο, αρχίσαμε να φωνάζουμε μες στο σκοτάδι, τις γυναίκες με τα ονόματά τους:
- Σιόρα Αμαλίαααα
- Σιόρα Καλλιόπηηη.
Καμία απάντηση. Προχωρούσαμε και φωνάζαμε. Τίποτα.
Εκάτσαμε τότε σε μια στροφή, απάνω σε μια πέτρα χωρίς να μιλάμε. Σκεφτήκαμε να γυρίσουμε πίσω, και τότε άκουσε πρώτος κάτι ο Σαμιώτης και μου λέει:
- Ορέ Γιάννη ρολοϊσου. Μου κάζεται που κάτι ακούω...
Πράγματι, αφού ερολοϊστηκα κι εγώ, άκουσα κάτι σαν βογκητό. Βεβαιωθήκαμε ότι αυτό που ακούγαμε έβγαινε από άνθρωπο και προχωρήσαμε προς τα κει φωνάζοντας τα ονόματα των γυναικών που γυρεύαμε. Η μόνη απάντηση ήτανε λίγο πιο δυνατό βογκητό, όμως καταλάβαμε από πού έρχονταν.
Το βογκητό προέρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση που το ακούγαμε μπριχού, και χωρίς δεύτερη σκέψη, κινήσαμε προς τα κει βγαίνοντας από το δρόμο.
Καμιά δεκαπενταριά μέτρα από τη στροφή, μέσα σε μια γούβα ανάμεσα στα βράχια, βρήκαμε πεσιμένη ανάσκελα μια αρκετά ηλικιωμένη γυναίκα, πετσί και κόκαλο, που πολεμούσε να ασκωθεί ορθή και δεν τα κατάφερνε.
Όταν μας άκουσε, γιατί σε τόσο σκοτάδι τι να ‘γλεπε, έβγαλε ένα στεναγμό ανακούφισης, γιατί ενόμιζε πως εκεί θα ξεψυχούσε, αν δε πηγαίναμε- όπως μας είπε αργότερα.
Την επιάκαμε σιγά- σιγά από τσι μασκάλες- ένας από κάθε χέρι- και τη βγάλαμε στο δρόμο. Τη βάλαμε κι έκατσε πάνω σε μια πέτρα, και την ακουμπήσαμε στον όχτο αναπαυτικά σα σε πολυθρόνα!
Σε λίγο που άρχισε να συνέρχεται, αρχίσαμε κι εμείς να τη ρωτάμε για την άλλη γριά. (Αυτή που βρήκαμε ήταν η σιόρα Αμαλία.)- Θα βρίσκαμε και τη σιόρα Καλλιόπη; Ή θα είχε πέσει σε κανένα ριζό η άχαρη και θα ψυχομάχουνε;
Η σιόρα Αμαλία μας είπε ότι ακόμα είχε φως όταν η μεγάλη παρέα προχώρησε και μας άφησε πίσω, και μας περιμένανε πιο πάνω, όταν άρχισε ο ανήφορος του βουνού. Πρατούσαμε σιγά- σιγά, όλοι μαζί- ώσπου φτάκαμε λίγο πιο κάτω απ ‘δω. Τότε σταμάτησε η σιόρα Καλλιόπη και ήθελε κάτι να μου πει, εκάτσαμε λίγο και μούπε πως έχει ανάγκη δέκα λεφτά να «ρίξει λίγο νερό», να κατουρήσει πως το λένε, και η παρέα θα περίμενε- τι θα κάνανε.
«Προχώρησαν λοιπόν οι άλλοι κι εμείς μείναμε πίσω, η Καλλιόπη βγήκε από το δρόμο μες στο σκοτάδι. Εγώ τσ είπα να φυλάγεται και κείνη μου απάντησε πως δε θέλει να τη γλέπουνε, αν ανέβαινε καμία άλλη παρέα μα τσου φακούς.
Ενώ έψαχνε η Καλλιόπη να βρει το κατάλληλο για τη περίσταση μέρος, εγώ επράτουνα σιγά- σιγά τον ανήφορο, μέχρι που έφτακα στη στροφή και μούρθε και μένα η ίδια ανάγκη. Ξέφυγα λοιπόν κι εγώ από το δρόμο για τον ίδιο λόγο και όπως γύριζα έπεσα και βάρισα το γόνα μου και έμεινα εκεί, στη κατάσταση που με βρήκατε. Ο Θεός να σας έχει καλά!!»
Και τώρα, τση λέμε, που θα τη βρούμε; Θυμάσαι που την άφηκες;
Πριν όμως μας απαντήσει, ακούσαμε ένα δυνατό στεναγμό, λίγο πιο κάτω.
Ήταν η σιόρα Καλλιόπη. Και όπως μας είπε- αν και ήτανε κουφή- άκουσε ομιλίες κι έβαλε τα δυνατά της να φωνάξει για να την ακούσουμε μήπως και τη λυπηθούμε.
Η στάση που τη βρήκαμε, δεν περιγράφεται: Ήτανε ξαπλωμένη ανάσκελα και προσπαθούσε με τα χέρια της να σηκωθεί μα ήταν αδύνατο. Όπως η χελώνα που όταν τη γυρίσεις ανάσκελα, δε μπορεί να επανέλθει στην αρχική της θέση. Η χελώνα όμως κάποια στιγμή τα καταφέρνει. Η σιόρα Καλλιόπη, αν δε πηγαίναμε εμείς, εκεί θα ξημέρωνε και, όπως μας είπε, απάνω στη προσπάθεια της να γείρει έτραξε τα νεφρά της και πόνουνε πάρα πολύ.
Είδαμε και πάθαμε μέχρι να τη βγάλουμε στο δρόμο και να τη κουβαλήσουμε κοντά στην άλλη. Τη βάλαμε δίπλα στη φιλονάδα της, κάτσαμε εκεί κοντά κι εμείς, και σκεφτόμαστε πως θα κάναμε να τσι ανεβάσουμε πάνω στο Παντοκράτορα. Γιατί και οι δυο σήκωσαν τα χέρια ψηλά και μας είπανε ότι δεν μπορούνε να κάνουνε βήμα. Κλαίγανε γιατί δε μπορούσαν να πρατήσουνε.
Βέβαια την ευθύνη την είχανε οι άλλοι- η παρέα τους- που τσι παρατήσανε και φύγανε. Όμως κι εμάς δε μας έλεγε η καρδιά να τσι αφήκουμε εκεί και να φύγουμε- ούτε καν το σκεφτήκαμε- ήτανε βέβαια και το εικοσάρι, αλλά αυτό έρχονταν δεύτερο.
Η μόνη επιθυμία μας ήτανε πώς να σώσουμε δυο ψυχές που αν έμεναν όλη νύχτα εκεί μπορούσαν και να πεθάνουν.
ΒΑΣΤΑ ΚΑΡΔΙΑ…
Γι αυτό ζητούσαμε τρόπους. Και ο πρώτος τρόπος ήταν να πιάσουμε μια ο καθένας από το μπράτσο ψηλά στη μασκάλη και να προχωράμε. Δοκιμάσαμε μα δεν τα καταφέρναμε. Δοκιμάσαμε να τσι πιάκουμε από τσι δυο μασκάλες. Αποτύχαμε… ήταν πολύ ραμολιμέντα, δε μπορούσαν καθόλου να πρατούνε.
Δοκιμάσαμε στην πλάτη (καβαλούτσι), τίποτα, γιατί ήτανε πολύ μολάδες.
Ακόμα και ο Σαμιώτης που κουβάλουνε τη πιο αδύνατη- τη σιόρα Αμαλία- δε μπόρουνε.
Τι να κάναμε;
Έκαμα εγώ μια πρόταση: Θα τσι ανεβάζαμε μία- μία: Θα πιέναμε από μια μεριά ο καθένας τη κάθε γριά ξεχωριστά, θα την ανεβάζαμε πενήντα- εξήντα μέτρα, θα την αφήναμε να περιμένει, κι μετά θα κατεβαίναμε για την άλλη… και ούτω καθ εξής…
Το δοκιμάσαμε αλλά ήταν πολύ κουραστικό. Έτσι θα ανεβαίναμε δυο φορές ο καθένας το Παντοκράτορα…
Απορρίψαμε κι αυτό το σκέδιο.
Ενώ σπάγαμε το κεφάλι μας, τι να κάνουμε, η σιόρα Καλλιόπη, η πιο βαριά που κουβάλουνα εγώ, μας λέει: Θα σας πω εγώ τον τρόπο…
Δεν ξέρω αν θα καταλάβετε όπως θα το πω. Πάντως θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω, αυτό το… σύμπλεγμα, όσο πιο αναλυτικά μπορώ:
Η σιόρα Καλλιόπη με ρώτησε πρώτα πως με λένε. Γιάννη τση λέω- Γιάννη λένε και το άλλο το παιδί.
Και τότε μου λέει:
- Άκου παιδί μου Γιάννη τι θα κάμουμε, και θα μας βοηθήσετε να ανεβούμε στη Χάρη Του, να προσκυνήσουμε. Κάμε ό,τι θα σου πω. Δεν είναι δύσκολο, και όταν θα ιδεί κι άλλος ο Γιάννης, ο φίλος σου, ας κάμει κι αυτός το ίδιο: Κάτσε ορθός όπως είσαι, άσκωσε το χέρι σου το αριστερό λίγο… και τα άλλα είναι δική μου δουλειά.
Έκατσα όπως μου είπε. Εκείνη πήγε πίσω μου και κόλλησε απάνω μου. Όπως είχα σηκωμένο το αριστερό χέρι μου, πέρασε το δικό της αριστερό χέρι κάτω από τη μασκάλη μου, κι έφερε την παλάμη της στον δεξιό ωμοπλάτη μου. Από το δεξιό της χέρι, έμπλεξε τα δάχτυλά της στο δεξιό χέρι μου!!
Και μου λέει:
- Προχώρα. Είμαι έτοιμη. Μονάχα λίγο σκουφτός για καλλίτερα.
Το «καλλίτερα» ήταν που η σιόρα Καλλιόπη ήτανε με όλο το βάρος της απάνω μου. Τα ποδάρια της τα έσερνε. Το μόνο καλό ήτανε που είχαμε τα χέρια μας ελεύθερα, εγώ και ο Σαμιώτης…
Προχωρούσαμε- σταματούσαμε. Τσι αποθώναμε κάτω για λίγο, γιατί και σταματημένοι να ήμαστε… αυτές κρεμόντανε από τη πλάτη μας…
Θα εκάμαμε μέχρι οχτώ σταθμούς μέχρι να φτάκουμε.
Τέλος μετά από μια- μιάμιση ώρα ανήφορο, ανεβήκαμε.
Όταν φτάκαμε στην αυλή τση εκκλησιάς, εξέμπλεξαν τα χέρια τους από τη πλάτη μας, και τσι πήραμε σιγά- σιγά, από το μπράτσο, στο κελί που ήτανε η υπόλοιπη παρέα τους. Να τσι δούνε, να μας δώκουνε κι εμάς τα όβολα που είχαμε συμφωνήσει!
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Και τώρα δε ξέρω πώς να το γράψω αυτό που επάθαμε. Γιατί πικραθήκαμε τόσο πολύ, που ακόμα το θυμάμαι:
Όχι μόνο δε μας δώκανε τίποτα, αλλά μας κοροϊδεύανε κι όλας. Και οι άντρες τους, και οι κοπέλες… ακόμα και αυτές που μας είχαν στείλει να τσι φέρουμε, και μαζί τους, είχαμε κάνει τη συμφωνία μας. Και μας έλεγαν σκασμένες στα γέλια:
- Τι άλλο θέλετε ορέ; Εφέρετε αγκαλιά ένα τέτοιο κορίτσι ο καθένας και θέλετε και όβολα;
Και τότε, ο μακαρίτης ο Γιάννης ο Σαμιώτης του Κοκόλη, αφού κατάλαβε που δε θα παίρναμε τίποτα, τσούπε μια φράση- αστειευόμενος- που δε γράφεται εδώ…
Αυτό πάθαμε. Πέρασε κι αυτή η μέρα όπως όλες, και ξημέρωνε η γιορτή.
Κατά τσι τέσσερις η ώρα το πρωί, και αφού πουλήθηκε όλο το εμπόρευμα, κινήσαμε κουρασμένοι, ταλαίπωροι, και οι τρεις σέμπροι για το χωριό μας.
Ξημέρωσε στο δρόμο, και αφού σιγά- σιγά φτάκαμε στο χωριό, θα ‘πρεπε το βράδυ να κάνουμε λογαριασμό…
Ακόμα υπολογίζαμε, ότι αφού πουλήθηκαν όλα, θα παίρναμε εκατό πενήντα φράγκα ο καθένας…
Ο λογαριασμός όμως, δε γίνηκε ποτέ.
Περάσανε τρεις μέρες, και όταν βλέπαμε τον Καστάνη του το λέγαμε κι εκείνος μας έλεγε: Αύριο… δεν αδειάζω τώρα…
Την πέμπτη μέρα έκαμε μόνος του το λογαριασμό και μας είπε:
- Είχαμε πολλά έξοδα παιδιά. Όχι μόνο δεν εβγάλαμε διάφορο, αλλά εχάσαμε και εκατόν ογδόντα φράγκα. Και πρέπει να μου δώσετε από εξήντα φράγκα ο καθένας για τη ζημιά.
Χωρίς βέβαια να ‘χει γίνει καμία ζημιά.
Φυσικά δεν του δώκαμε τίποτα. Ούτε κι αυτός μας ζήτησε τίποτα ποτέ.
Εμείς τι να κάναμε; Ήταν, όπως αναφέρω πιο πάνω, ο δυνατός εκείνη την εποχή.
Ένας από τσου δυνατούς…
Γιατί ήτανε ακόμα και δυο- τρεις άλλοι στο χωριό.
Ό,τι έλεγαν ήταν σωστό. Ό,τι έκαναν ήτανε καλά καμωμένο.
Βαλανειό. Μάρτης του 1979. Παπακαβάσιλας.
Επεξεργασία: Χρήστος Κρασάκης.
Το Βαλανειό είναι ένα μικρό χωριό της βόρειας Κέρκυρας με ξακουστή μουσική παράδοση
Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011
Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010
...Και ένα ποίημα των παλαιών χρόνων.
Η Μαρία Κυριάκη (η θυγατέρα μου) το άκουσε απο την Ουρανία του Μίαρη και μου το έστειλε
Ερόδισε η ανατολή Και ξημερώνει η δύση
Γλυκοχαράζουν τα βουνά Κι ο Αυγερινός τραβιέται
Παν’ τα πουλάκια στη βοσκή Κι οι λυγερές στη βρύση
Πάω κι εγώ κι ο μαύρος μου Και τα λαγωνικά μου
Βλέπω μια κόρη που ‘πλενε σε μαρμαρένια γούρνα
Τη χαιρετώ, δε χαιρετά , της κρένω, δε μου κρένει
Σαράντα σίκλους έβγαλε...........
Κι απάνω στους σαράντα δυο τη βλέπω δακρυσμένη
Γιατί δακρύζεις λυγερή και βαριαναστενάζεις;
Μην απεινάς μην αδιψάς, μην έχεις κακή μάνα;
Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μήτε κακή μάνα έχω
Έχω τον άντρα μου στην ξενιτιά και λείπει δέκα χρόνια
Κι αν δε φανεί, κι αν δε τον δω, καλόγρια θα γίνω
Θα πάω σ’ άγρια βουνά, θα στήσω μοναστήρι
Και στο κελί θα σφραγιστώ......
Αυτόν θα τρώει η μαύρη ξενιτιά κι εμέ τα μαύρα ράσα........
Η Μαρία του Κίτσου λέει ότι το ξέρει και η Κυρά Μαίρη (του Ρόπα)
"Ψιθύρισέ της το στο αυτί και να δεις που θα το θυμηθεί" μου είπε.
Μαρία Κυριάκη
Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010
Το εμπόριο (συνέχεια 1)
Συνέχεια των διηγημάτων του Παπακαβάσιλα όπως τα επιμελήθηκε ο Χρήστος Κρασάκης
Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΣΤΑΝΗ
Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΣΤΑΝΗ
Εδώ θέλω να γράψω για ένα άλλο εμπόριο, μια άλλη σεμπριά που εκάμαμε τρείς σέμπροι: Ο Καστάνης, ο Σαμιώτης του Κoκόλη, κι εγώ. Με κατ ανάγκη δάσκαλο- αφού ήξερε τη δουλειά- το Στεφανή του Μπούγκου!
Εγώ με το Σαμιώτη ειμάστενε σχεδόν ίσια στα χρόνια, δεκαεφτά- δεκαοχτώ χρονών. Ο Καστάνης όμως τότε ήταν πάνω από σαράντα, κι ο Στεφανής του Μπούγκου εβδομήντα με εβδομήντα πέντε.
Ο Καστάνης τότε ήταν ο μεγάλος πραματσούλης. Πραματσούλης με λεφτά! Είχε ψιλικά, αλλά είχε και πανιά! Αυτόν περιμένανε τα παιδιά τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, που θα πήγαινε η μάνα τους, πότε με λεφτά- πότε μπιστιού, να πάρει λίγο πανί, να το δώσουν στη Βασιλική για να τσου κάμει τη μπραέσα και το γιακετί!
Κι από πελατεία, πολύ και καλή. Εχτός από το χωριό μας ακόμα είχε τσου Κυπριανάδες, τη Κληματιά, τσου Ξαθάτες… Οι Ξαθιώτσες δεν ψώνιζαν από κανέναν άλλον!
ΟΙ ΓΑΪΔΑΡΟΙ
Ο Καστάνης είχε και γάιδαρο. Το λέω αυτό γιατί πολύ λίγοι γάιδαροι ήταν τότε στο χωριό. (ενώ τώωωρα) (!) Απ’ ότι θυμάμαι είχανε οι Μπουριτσαίοι, οι Τζουγαίοι, ο Χάχαλης, ο Σουβλάκης… είχε και η Γαλάνω γάιδαρο.
Δε λέω ο Ρόκος ο Αρσένης- ο άντρας της- γιατί μήτε αυτός, μήτε ο γιος του ο Θωμάς ανακατεύονταν.
Ο Ρόκος είχε το ψωμοπουλιό κι εζύμωνε κάθε δεύτερη μέρα, γιατί ψωμί αγοράζανε μόνο εκείνοι, που για πολύ σοβαρό λόγο, δε μπορούσαν να ζυμώσουν στο σπίτι τους.
Μεγάλο το χωριό τότε!
Ο γιος του Ρόκου, ήτανε στο γυμνάσιο στη χώρα τότε, η θυγατέρα του και η ανιψιά του ήταν μικρές.
Γι αυτό, το γάιδαρο τον είχε η Γαλάνω κι έκανε όλα τα θελήματα του χωριού.
Όχι βέβαια γιατί ήταν πονόψυχη, αλλά γιατί έτσι εξασφάλιζε ο γάιδαρος το φαΐ του.
Τι να έκανε μόνη της η καψερή; Να φέρει ξύλα για το φούρνο; Να κρατάει το νοικοκυριό του σπιτιού; Δεν προλάβαινε ούτε να τον «αλλάξει» το γάιδαρο, αν το πρωί τον έδενε κάπου. Γι αυτό όποιος τον χρειαζότανε του τον έδινε ευχαρίστως!!
Ενώ οι άλλοι- που είχαν το προνόμιο να έχουν δικό τους γάιδαρο- δεν τον έδιναν σε κανέναν για κανένα λόγο.
Πιο παλιά, όλα τα θελήματα του χωριού, τα έκανε ο γάιδαρος τση Πελός. Μέχρι και οι αβγολόοι τον έπαιρναν φορτωμένο αβγά στη χώρα.
Ήμουν μικρός αλλά το θυμάμαι που τον είχε πουλήσει ο πατέρας μου τσου Κυπριανάδες.
Αυτό το γάιδαρο έπαιρνε και (ο Παρτσινέβελος), ο Τζώρτζης ο Αρλιώτης… για να έρχεται από το Λιβάδι, που είναι το σπίτι του, στον Αϊ Νικόλα στα Νερούλια.
Κι έλεγε χαρακτηριστικά: «Φέρτε μου την Πελού να την καβαλικέψω»….
Ξέφυγα όμως, αλλά δεν πειράζει. Καλλίτερα να ξεφεύγει κανείς για να μαθαίνουμε περισσότερα από την ιστορία του χωριού μας. Γι αυτό θα… ξεφύγω κι άλλες φορές!
Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΣΤΑΝΗ- 2
Ας συνεχίσω λοιπόν με τη σεμπριά την τόσο ασυνήθιστη λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας μεταξύ μας.
Εγώ με το Σαμιώτη κάναμε ότι θέλαμε χωρίς το φόβο να μας παρεξηγήσουν. Μπορούσαμε να τσακωθούμε αν δε συμφωνούσαμε, να αρπαχτούμε, αλλά και να τα ξαναφτιάξουμε. Παιδιά ήμαστε ό,τι θέλαμε κάναμε!
Ο Καστάνης όμως;; Ο Άρχοντας του χωριού;;
Ο Στεφανής του Μπούγκου;; Ο πιο παράξενος γέροντας του χωριού;;
Και να υποφέρει και από δύσπνοια…
Πως, και τι είδος σεμπριά να κάνει αυτή η τετράδα.
Όλα ξεκίνησαν από τη φτώχια, τη δική μου και του Σαμιώτη.
Ίσως οι νέοι αναρωτηθούν- και με το δίκιο τους- Δεκαοχτώ χρονώ και φτώχεια πάει; Δεν πάει…
Το ξέρω. Τώρα δεν πάει. Τότε όμως έτσι ήταν η κατάσταση. Δεν υπήρχε δουλειά.
Όταν βρίσκαμε κεπαρίσσια τα κόβαμε, τα κάναμε σανίδες με τη πριόνα, μισές του αφεντικού που τα είχε και μισές εμείς, και τι βγάζαμε; Τριάντα φράγκα την ημέρα. Σπάνια βρίσκονταν κι αυτά.
Για ν αγοράσουμε ένα τενεκέ γέννημα, να το αλέσουμε να ζυμώσουμε και να το ψήσουμε στο φούρνο μας, θέλαμε δύο μεροκάματα. Τότε όποιος είχε στο σπίτι του ένα σακί γέννημα ήταν ευτυχισμένος. Σχεδόν δυο μήνες ψωμί για μια οικογένεια από τέσσερα άτομα.
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010
Μιά εξαιρετική προπολεμική φωτογραφία
Μανώλης Βασιλάκης (του ψηλού).
" Η Κατερινίτσω (η γιαγιά μου μάνα του Τάσου του ψηλού) ο Σπύρος Βασιλάκης (πατέρας του Τάσου του ψηλού) που πέθανε από φυματίωση το 1941, η Μπέκω (μάνα του Σπύρου και προγιαγιά μου) και η μικρούλα είναι η Κριμαία αδελφή του Σπύρου που παντρεύτηκε στους Κυπριανάδες και έκανε τέσσερα παιδιά το Γιάννη το γιατρό το Νίκο τον ταχυδρόμο το Ρίκο και τον Δημήτρη."
Ευχαριστώ Μανώλη για τις φωτογραφίες που έστειλες και υπενθυμίζω ότι η προσπάθεια για ένα, σχετικά πλήρες, φωτογραφικό αρχείο Βαλανειού συνεχίζεται. Όσοι θέλουν μπορούν να στείλουν φωτογραφικό υλικό για να το συμπεριλάβουμε στο αρχείο. Είναι ο καλύτερος τρόπος για να διασωθεί.
Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010
Το εμπόριο
Αρχίζουμε απο σήμερα να δημοσιεύουμε μιά σειρά διηγημάτων που έγραψε ο Παπακαβάσιλας .
Τα διηγήματα επιμελήθηκε ο Χρήστος Κρασάκης.
ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ
Είχαμε φαλίρει και είχαμε χαλάσει τη σεμπριά με τον Γεροντάκη, που πέρναμε κουλούρια και τα πουλούσαμε στα πανηγύρια. Γενόνταν τότες πολλά. Είχαμε φαλίρει. Τα κουλούρια τα αγοράζαμε από το Λάτα τσου Μαλακιούς, δώδεκα λεφτά το ένα και τα πουλούσαμε δύο δεκάρες, όσο τα πούλουνε κι εκείνος.
Τι έγινε όμως; Ο Λάτας είχε τσακωθεί με το συχωριανό του το Θανάση το Μανάρη- επίσης μεγάλος κουλουρτζής από τσου Μαλακιούς- και στο πανηγύρι των Περλάδων στον Αϊ Γιώργη, ο Λάτας, για να «διώξει» το Μανάρη έβαλε τα κουλούρια του μια πεντάρα το ένα. Και είχε φέρει δύο μεγάλα τερτικά γιομάτα, με το άλογό του.
Ο Μανάρης δεν ξέρω αν έφυγε ή όχι.
Ποιος όμως θα παιρνε κουλούρια από εμάς με δύο δεκάρες το ένα, αφού από το Λάτα θα έπαιρνε τέσσερα με τα ίδια λεφτά;
Πήγαμε τότε στο Λάτα, εγώ και ο Γεροντάκης, και του είπαμε να του επιστρέψουμε τα κουλούρια- ακόμα δεν του τα είχαμε πληρώσει- αλλά δε δέχτηκε και μας απείλησε κι όλας λέγοντάς μας, να μη μας νοιάζει τι κάνει εκείνος, αλλά να φροντίσουμε να του πλερώσουμε τα κουλούρια με δώδεκα λεφτά το ένα που είχαμε συμφωνήσει να τα αγοράσουμε.
Τι να κάνουμε κι εμείς, γυρίζαμε τσι ρούγες και τα πουλούσαμε όσο- όσο, για να μη τα ξανακουβαλήσουμε στο χωριό. Αγοράσαμε ύστερα λίγο ψωμί και τυρί να φάμε, και φύγαμε για το χωριό.
Από τότε τσακωθήκαμε με το Λάτα, και παίρναμε τα κουλούρια από το Θανάση το Μανάρη.
Πηγαίναμε καλά ώσπου μας έτυχε μια αβαρία και χαλάσαμε τη σεμπριά.
.
.
Ο ΔΗΜΟΥΛΙΝΑΣ
Τότε χάλασα και με το μπάρμπα μου το Δημουλίνα τη σεμπριά. Εκείνος με είχε κάμει πραματσούλη.
Γύριζα με τη κόφα έξι- οχτώ χωριά την ημέρα, και πουλούσα σαπούνι, σκάλτσες, σκαλτσουδέτες, μπαμπάκι, ροδέλες για σκαλτσούνια άσπρες και μαύρες, και άλλα ψιλοπράματα. Αγόραζα και αβγά. Τίποτα όμως δεν έκαμα. Μικρά πράματα έβγανα. Καλύτερα βέβαια ήταν απ’ το τίποτα.
Εφαλίραμε και με το μπάρμπα, όχι όμως με δική μου υπαιτιότητα. Αντίθετα εγώ τον φοβόμουνα το Δημουλίνα και τον πατέρα μου, γι αυτό φρόντιζα να είμαι σε όλα εντάξει.
Φαλίραμε, γιατί ο Δημουλίνας νόμιζε ότι τα αβγά διατηρούνται στο αλάτι, όπως ο χοίρος, που αλάτουνε κάθε χρόνο. Και για να μάσω εγώ πενήντα ντουζίνες αβγά από τον Αύγουστο, περάσανε άλλοι δυο μήνες. Εκείνος τα έβαλε στο αλάτι και τα άφησε εκεί μέχρι να ακριβύνουν(!)
Κλούβιασαν και σάπικαν όλα, και φαλίραμε.
Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010
Η ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟ
- Τι να υπογράψουμε ρε Μιχάλη;
- Θα σας πω: όπως όλοι ξέρουμε, έφυγε κοντά και ο Οχτώβρης και δεν έχει βρέξει ακόμα. Θα χαθούνε όλα: από τσι ελιές ξεράθηκε ο καρπός απάνω, τα ζα μας δε βρίσκουνε τίποτα να φάνε, χειρότερα κι από τον Αλωνάρη, ακόμα δεν εβάλαμε τίποτα στη γη γιατί είναι όπως το τσιμέντο… αλλά θα κεράσει κανένας;
Δε πρόκαμε να τελειώσει τη φράση του και όσοι ήταν μέσα στο μαγαζί παράγγειλαν ούζο για τον Μιχάλη.
- Όχι, ένα θα πιω, γιατί θα πιω και στα άλλα μαγαζιά που θα πάω.
“Λοιπόν Μιχάλη τι μας είπες- του λέει κάποιος- για ξηρασία και τι σχέση έχει το χαρτί που μας λες να υπογράψουμε;”
-To γλέπεις που εισάστενε όλοι κουτοί και να με συμπαθάτε; Το χαρτί αυτό είναι για να βρέξει…
- Μιχάλη θα μας τρελάνεις…
- Καθόλου κύριοι. Το χαρτί αυτό είναι Αίτηση προς το Θεό, και του ζητάμε να βρέξει… και σας ρωτάω: μπορεί άλλος να βρέξει εχτός από το Θεό;
“Όχι απάντησαν όλοι” “και σας ξαναρωτάω: ο Θεός μπορεί να βρέξει; “Μπορεί” απάντησαν όλοι με ένα στόμα! Αφού λοιπόν μπορεί να μας κάμει τη χάρη να βρέξει, σκέφτηκα να πάω στο Θωμά του Ρόκου που ξέρει γράμματα, να μου κάμει μια αίτηση, να την υπογράψουμε όλοι και να τη στείλουμε στον Ύψιστο. Όταν την ετέλειωσε μου την εδιάβασε μέσα στο μαγαζί του Τόπου και την ακούσανε όλοι που ήτανε μέσα. Διαβάστε τηνε κι εσείς, αν δε σας κάνει κόπο, και αν συμφωνείτε, υπογράψτε την”
Και τότε έγινε κάτι απίστευτο: προσωπικά δεν πίστεψα που αρχίζοντας ο Μιχάλης με καλαμπούρι, τέλειωσε και με καλαμπούρι, γιατί είδα τους χωριανούς να παίρνουνε σειρά για να υπογράψουν και κατάλαβα ότι κατά βάθος πιστεύανε πως κάτι θα γίνει…
Εν τω μεταξύ είχαν έρθει και άλλοι στο μαγαζί και περίμεναν και αυτοί τη σειρά τους. Μπορεί να υπόγραφαν χαμογελώντας, δεν κορόιδευε όμως κανένας, ούτε κανένας ειρωνεύτηκε αυτή την ενέργεια του Μιχάλη, που δεν ήξερε τι θα πει κακία, κι έτσι δέχτηκα κι εγώ να υπογράψω προπαντός για να ευχαριστήσω το Μιχάλη.
Όταν όμως έπιασα το στυλό για να βάλω την υπογραφή, δεν ξέρω κι εγώ κάτω από πόσες άλλες, αισθάνθηκα μέσα μου τη βαθιά ελπίδα ότι πλέον δεν είναι αστείο αυτό που γίνεται και πως πραγματικά κάτι επρόκειτο να γίνει!
Αφού υπόγραψαν όλοι όσοι ήταν στου Τσουμπάνη, το μαγαζί που έκαμε την αρχή, ύστερα από του Τόπου που είχε φτιαχτεί η αίτηση από τον Θωμά του Ρόκου, βγήκε από του Τσουμπάνη και πήγε στου Χαρίλαου. Τον κέρασαν κι εκεί και υπόγραψαν, και από κει πήγε στου Μήτσου του Αμερικάνου.
Όταν μπήκε μέσα όλοι τον υποδέχτηκαν χαρούμενοι γιατί το είχαν μάθει, και η πρώτη κουβέντα τους ήταν: κέρασε το Μιχάλη!
“Όχι ρε παιδιά ένα θα πιω γιατί θα πάω και σ’ άλλα μαγαζιά, το μόνο που θέλω είναι να μάθω αν θα υπογράψετε”
- Μα τι λες ρε Μιχάλη, και βέβαια θα υπογράψουμε βάλε την αίτηση πάνω στο τραπέζι να μη καθυστερούμε κιόλας.
Και πράγματι ήταν κι εκεί πολλοί και υπόγραφαν όλοι- μέχρι που ήρθε η σειρά του Κώστα του Κωστελλέτου- του Ντίγρη όπως τον έλεγαν στο χωριό.
-Ντίνο δεν θα υπογράψεις; Λέει ο Μιχάλης αφού τον είδε που δε σηκώθηκε από τη καρέκλα του ενώ οι άλλοι είχαν υπογράψει όλοι.
-Όχι, δεν υπογράφω Μιχάλη γιατί έχω όξω τσιμέντα και φοβάμαι μη μου βραχούν…
Εδώ ίσως ο αναγνώστης υποθέσει πως η απάντηση του Ντίνου ήταν ειρωνική. Κάθε άλλο αυτό τουλάχιστο εγώ το ορκίζομαι και η εξήγηση είναι απλή για όποιον γνώριζε τον Ντίνο καλά.
Ο Ντίνος ήταν θρήσκος και κάτι παραπάνω, και πίστεψε πως έστω και με την αίτηση του Μιχάλη υπογεγραμμένη απ’ όλους τους χωριανούς δεν ήταν καθόλου δύσκολο να τη λάβει υπ’ όψη του ο Θεός και να τους κάνει τη χάρη να βρέξει.Θεώρησε την αίτηση σαν προσευχή. Για να πούμε και την αλήθεια μήπως δεν ήταν ένα είδος παράκλησης προς το Θεό για να βρέξει;
Έτσι ακριβώς σκέφτηκε ο Ντίνος και παρ’ όλα τα παρακάλια του Μιχάλη που του έλεγε “Ντίνο μου υπόγραψε και αν ο Θεός μας ακούσει και βρέξει, θα πάμε δέκα νομάτοι να τα μπάσουμε μέσα τα τσιμέντα ή να τα σκεπάσουμε με νάιλον για να μη βραχούν”…
“Όχι, δεν υπογράφω” του είπε και δεν υπόγραψε, και όσο αν φαίνεται αστείο, η άρνηση του Ντίνου να υπογράψει, ενίσχυσε την ελπίδα των άλλων που είχαν υπογράψει και ήταν παρόντες!
Όταν τέλειωσε από του Αμερικάνου, που είχε χασομερήσει με τις υπογραφές, με το κέρασμα, και με τον Ντίνο, η ώρα είχε περάσει και άρχισε να νυχτώνει, ο Μιχάλης έφυγε τρέχοντας με δύο- τρία παιδιά που τον ακολουθούσαν και πήγαινε για του Γληγόρη του Κανάρη το μαγαζί.
Εν τω μεταξύ ο καιρός άρχισε να χαλάει και αραιές χοντρές σταγόνες νερό, έπεφταν από τον ουρανό. Όπως φαίνονταν ο καιρός, ίσως και να βρεχε ενώ μια ώρα πριν ήταν πεντακάθαρος ο ουρανός!!
Όταν ο Μιχάλης ένιωσε τσι στάλες πάνω στο κεφάλι του, πηγαίνοντας προς του Γληγόρη, άπλωσε την αίτηση που κρατούσε προς τον ουρανό και πέφτανε απάνω της οι στάλες!
Την κρατούσε ανοιχτή με τα δύο του χέρια, και πήγαινε χορεύοντας προς του Γληγόρη που ήταν γεμάτος κόσμο. Είχαν μάθει το περιστατικό με τον Ντίγρη και μέχρι να φθάσει ο Μιχάλης το σχολίαζαν. Πάνω στην ώρα, μπαίνει ο Μιχάλης μέσα όλος χαρά- περισσότερο χαρούμενος απ’ όσο τον ξέραμε- και τότε άρχισαν όλοι “καλώς το Μιχάλη, γειά σου Μιχάλη, τι θα πιείς Μιχάλη” και τέτοια!
Αφού ήπιε το ούζο του ο Μιχάλης, πήρε ένα ύφος σοβαρό έδειξε τη βρεγμένη αίτηση και λέει με επισημότητα:
- Βλέπετε, αυτό χρειαζόταν για να βρέξει. Ορίστε άρχισε κι όλας κι ακόμα δεν τη στείλαμε. Ακούστε τι λέω να κάμουμε τώρα: για να πάει πιο γλήγορα να τη στείλουμε με άνθρωπο που φεύγει όπου να ναι για ‘πάνω, και όχι ταχυδρομικώς γιατί θ’ αργήσει να πάει. Λοιπόν σήμερα πέθανε ο Κώστας ο Μπούας- Θεός σχωρέστον- θα του τη δώκουμε και θα τη δώκει αμέσως θετικά… τι λέτε;
Αφού είναι έτσι είπε κάποιος ελάτε να την υπογράψουμε και γρήγορα μάλιστα. Και την υπόγραψαν όλοι όσοι ήταν στο μαγαζί.
Εν τω μεταξύ ο καιρός είχε χαλάσει για τα καλά…
Από τα μεσάνυχτα άρχισε να βρέχει και δε σταμάταγε για δεκαπέντε μέρες συνέχεια. Άνοιξαν οι ουρανοί, ούτε μια ώρα χωρίς να ρίχνει κατακλυσμό…
Την επόμενη μέρα που έβρεχε, τα σχόλια έδιναν κι έπαιρναν στα μαγαζιά, και όπου πήγαινε ο Μιχάλης γίνονταν δεκτός με χαρά και με κεράσματα: ότι έκαμε ο Μιχάλης, λέγανε, ο Μιχάλης μας έσωσε και τέτοια… κάποιοι, και ήταν πολλοί, πίστεψαν στην ενέργεια του Μιχάλη όπως ο Ντίγρης που έλεγε “βλέπεις που είχα δίκιο, ο Θεός άκουσε τσου περισσότερους που υπογράψανε κι έβρεξε” και οι άλλοι καμαρώνανε που τους άκουσε ο Θεός!
Αλλά και η βροχή καλή και χρήσιμη ήτανε, αλλά πόση;;
Έβρεχε, έβρεχε, πέρασε μια βδομάδα, περάσανε δύο και δεν έλεγε να σταματήσει…
Άρχισαν οι χωριανοί να πηγαίνουν στο σπίτι του Μιχάλη και να τον ρωτάνε: “πότε θα σταματήσει Μιχάλη, τι θα γίνει θα πνιγούμε Μιχάλη, θα μας πάρει το ποτάμι τα χωράφια Μιχάλη, τι του γραφες μέσα στο χαρτί του Θεού Μιχάλη, κάμε καινούργιο χαρτί τώρα για να σταματήσει Μιχάλη”…
Και ο Μιχάλης τους απαντούσε: “Ρε παιδιά, ξέρω κι εγώ; Ο Θεός μια φορά, μας έκανε τη χάρη και βρέχει… εκείνος που θα φταίει είναι ο Ρόκος που έκανε την αίτηση και- όπως φαίνεται- ξέχασε να γράψει πότε να σταματήσει ή πόσες μέρες θέλαμε να βρέξει!!
Είναι πολύ δύσκολο να αποδώσει κανείς με την πένα αυτά που έγιναν από τον Μιχάλη την (καλή καρδιά).
Σήμερα που γράφω κλείνουν οκτώ χρόνια από τον πρόωρο χαμό του.
Είναι και αυτό ένα αιώνιο Μνημόσυνο από εμένα που το έγραψα, από τους χωριανούς που δεν τον ξέχασαν, και από τα παιδιά της Αθήνας που βάζουν στην εφημερίδα τέτοια θέματα.
Βαλανειό 10 Γενάρη 1980
Παπακαβάσιλας.
Για την αντιγραφή: Χρήστος Κρασάκης (Καβάσιλας)
Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010
"Ο Σπούργιτας"
Μου τον σύστησε ο Ντόλος το προηγούμενο Σαββατόβραδο. Είχα πάντα την αίσθηση ότι δεν υπήρξε ποτέ. Ήταν, πάντα, μια ακαθόριστη ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων.
Και τώρα σκεκόταν μπροστά μου με προτεταμένο το χέρι.
Τον κοίταγα αποσβολωμένος. Του έδωσα το χέρι για να διαπιστώσω ότι υπάρχει στ'αλήθεια.
Πολλά χρόνια στην Αγγλία .
Έρχεται που και πού στο χωριό αλλά δεν έτυχε να συναντηθούμε.
Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι μιλούσε σαν να μήν είχε φύγει ποτέ απο την Κέρκυρα . Άψογη προφορά και χρήση της γλώσσας μας, κατακάθαρες αναμνήσεις , σπόρ ντύσιμο , πάντα αδύνατος . Με τίποτα δεν φαίνονται τα χρόνια του.
Όλο το σαββατόβραδο ταξίδευα στα χρόνια της πρώτης δημοτικού. Τότε που ο Σπούργιτας ανέβαινε στο τελευταίο τσουφιλίδι της ελιάς στον Αγιάκωβο και ο "Σαλιβάνος" , ο φοβερός και τρομερός δάσκαλος μας, να ωρύεται απο κάτω.
Μου είπε ότι θα ξαναγυρίσει στο χωριό αργότερα.
Καλή αντάμωση φίλε.
Τρίτη 17 Αυγούστου 2010
Για την απώλεια του Δημήτρη του Ράκη
Γράφει ο Χρήστος Κρασάκης 
Τον Δημήτρη (του Ράκη) τον πρόλαβα στο χωριό να παίζει με τα μεγαλύτερα παιδιά, και ύστερα από χρόνια, τον ξανάδα στην Αθήνα όταν έφυγα κι εγώ από το χωριό.

Τον Δημήτρη (του Ράκη) τον πρόλαβα στο χωριό να παίζει με τα μεγαλύτερα παιδιά, και ύστερα από χρόνια, τον ξανάδα στην Αθήνα όταν έφυγα κι εγώ από το χωριό.
Αυτό που ξεχώριζε τον Δημήτρη από τους άλλους – και στο χωριό – ήταν αυτή η υποψία χαμόγελου που σχηματίζονταν στο πρόσωπό του, όταν έρχονταν από αντίθετη κατεύθυνση και συναντιόνταν τα μάτια του με τα δικά μου.
Μετά δε μιλούσε. Έφευγε… αλλά εγώ έμενα- πώς να το πω- με μια γεύση αποδοχής(;), όπως και να’ χει, μου έμενε ένα ευχάριστο συναίσθημα, που κρατούσε μέχρι την επόμενη φορά που γίνονταν το ίδιο…
Στο χωριό, αυτοί οι μεγαλύτεροι, έφτιαχναν καρότσια από ξύλα, καρφιά και σύρματα, που μπορούσε να ανέβει απάνω ένα άτομο, να οδηγεί, και οι άλλοι οι μικρότεροι, να σπρώχνουν από πίσω. Βέβαια καμιά φορά που πήγαινε κατ’ ευθείαν στις βατσουνιές και έπρεπε να σταματήσει, ακόμα σπρώχναμε, και ο Δημήτρης φώναζε… αλλά που ν’ ακούσουμε εμείς.
Ένα τέτοιο καρότσι, νομίζω ήταν που ανέβηκε απάνω μια φορά ο Βασίλης (τση Μαριέτας), επήρε πόζα οδηγού, και φώναξε: «αμπόχτε το καβότσι μου, κι εγώ το κουμανταύω!!»
Βεβαίως και δεν μπορούσε να το κουμαντάρει, αφού μετά από λίγο ο Βασίλης μας κοίταζε αποσβολωμένος μέσα από το καναλέτο, και το καρότσι πήγαινε χωρίς κουμανταδόρο… προς το Ρεκίνι!
Μέσα σ’ όλα αυτά, και σε άλλα πολλά και καλά, ήρθε κατακέφαλα και στο Δημήτρη- όπως και σε όλους τους άλλους- η απόφαση να φύγει… να πάει να «φτιάξει τη ζωή του».
Να πάει που;;
Να φτιάξει τι;;
Αφού εκεί που ήταν, δε γίνονταν καλύτερα!
Αφού εκεί που πήγε, δε γίνονταν χειρότερα…
Αυτό που ξέρω εγώ- φίλε μου Δημήτρη- είναι ότι εσύ δε μάσησες, όπως εμείς!
Εσύ ήξερες απ’ την αρχή πού- ήτανε καλύτερα, πού- έπρεπε να κάτσουμε όλοι και να παλέψουμε για ένα καλύτερο αύριο χωρίς να αφήνουμε «κενά» μέσα στη ψυχή μας.
Όμως δεν είπες τίποτα, δεν έκανες τίποτα- τα άφησες για τους άλλους, τους «οργανωμένους» τους αγωνιστές των δικαίων του Λαού… τρομάρα μας.
Κι έτσι…
Αυτοί, με τη ματιά του λύκου, τρέχουν να σώσουνε ακόμα τον κόσμο… από τον «Παράδεισo»…
Κι εσύ, με τη ματιά του αρνιού, θα κάτσεις να μας περιμένεις στο μόνο τραπέζι που δεν καταφέραμε να γεμίσουμε ποτέ:
Το τραπέζι της Χαράς!
Μετά δε μιλούσε. Έφευγε… αλλά εγώ έμενα- πώς να το πω- με μια γεύση αποδοχής(;), όπως και να’ χει, μου έμενε ένα ευχάριστο συναίσθημα, που κρατούσε μέχρι την επόμενη φορά που γίνονταν το ίδιο…
Στο χωριό, αυτοί οι μεγαλύτεροι, έφτιαχναν καρότσια από ξύλα, καρφιά και σύρματα, που μπορούσε να ανέβει απάνω ένα άτομο, να οδηγεί, και οι άλλοι οι μικρότεροι, να σπρώχνουν από πίσω. Βέβαια καμιά φορά που πήγαινε κατ’ ευθείαν στις βατσουνιές και έπρεπε να σταματήσει, ακόμα σπρώχναμε, και ο Δημήτρης φώναζε… αλλά που ν’ ακούσουμε εμείς.
Ένα τέτοιο καρότσι, νομίζω ήταν που ανέβηκε απάνω μια φορά ο Βασίλης (τση Μαριέτας), επήρε πόζα οδηγού, και φώναξε: «αμπόχτε το καβότσι μου, κι εγώ το κουμανταύω!!»
Βεβαίως και δεν μπορούσε να το κουμαντάρει, αφού μετά από λίγο ο Βασίλης μας κοίταζε αποσβολωμένος μέσα από το καναλέτο, και το καρότσι πήγαινε χωρίς κουμανταδόρο… προς το Ρεκίνι!
Μέσα σ’ όλα αυτά, και σε άλλα πολλά και καλά, ήρθε κατακέφαλα και στο Δημήτρη- όπως και σε όλους τους άλλους- η απόφαση να φύγει… να πάει να «φτιάξει τη ζωή του».
Να πάει που;;
Να φτιάξει τι;;
Αφού εκεί που ήταν, δε γίνονταν καλύτερα!
Αφού εκεί που πήγε, δε γίνονταν χειρότερα…
Αυτό που ξέρω εγώ- φίλε μου Δημήτρη- είναι ότι εσύ δε μάσησες, όπως εμείς!
Εσύ ήξερες απ’ την αρχή πού- ήτανε καλύτερα, πού- έπρεπε να κάτσουμε όλοι και να παλέψουμε για ένα καλύτερο αύριο χωρίς να αφήνουμε «κενά» μέσα στη ψυχή μας.
Όμως δεν είπες τίποτα, δεν έκανες τίποτα- τα άφησες για τους άλλους, τους «οργανωμένους» τους αγωνιστές των δικαίων του Λαού… τρομάρα μας.
Κι έτσι…
Αυτοί, με τη ματιά του λύκου, τρέχουν να σώσουνε ακόμα τον κόσμο… από τον «Παράδεισo»…
Κι εσύ, με τη ματιά του αρνιού, θα κάτσεις να μας περιμένεις στο μόνο τραπέζι που δεν καταφέραμε να γεμίσουμε ποτέ:
Το τραπέζι της Χαράς!
Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010
Παίξε γέλασε και σώπα;
Η φετινή θεατρική παράσταση του πολιτιστικού συλλόγου και της θεατρικής του ομάδας ήταν μια πολιτική επιθεώρηση με πολλά τραγούδια, γέλιο και προβληματισμό.Το σενάριο έγραψε ο Νίκος Κυριάκης
Σκηνοθεσία η Ανθή Κωστελλέτου.
Έπαιξαν οι: Όλγα Βαγιωνίτη, Αθηνά Βασιλάκη, Έλενα Βασιλάκη, Κωνσταντίνα Βασιλάκη,Εύη Κορδούτη, Τάσσος Κυριάκης, Αντώνης Κυριάκης, Σπύρος Κυριάκης, Σοφία Κωστελλέτου, Μάρκος Κωστελλετος και Νικολέτα Μπίσκου.
Επίσης παρουσιάστηκε ένα απόσπασμα απο την "Φρουτοπία"όπου συμμετείχαν τα μικρότερα παιδιά της θεατρικής ομάδας.
Κυριακή 15 Αυγούστου 2010
Φεστιβάλ χορωδιών στο Βαλανειό
Η καθιερωμένη συναυλία του Αυγούστου της χορωδίας του Βαλανειού μπορεί πλέον να εξελιχθεί σε ένα φεστιβάλ χορωδιών υπαίθρου.
Η Χορωδία Αγύρου, υπό την διεύθυνση του Νίκου Κοντογιώργη με πολύ καλές φωνές και ωραία τραγούδια .
Η Χορωδία & Μαντολινάτα Πολιτιστικού Συλλόγου Αυλιωτών, υπό την διεύθυνση της Ιωάννας Γιαννιώτη με πολλά νέα και ταλαντούχα παιδιά .
Η Χορωδία Κασσωπαίων «Ο Απόλλων», υπό την διεύθυνση του Αλέκου Χαρτοφύλακα.
Η Χορωδία Χωρεπισκόπων, υπό την διεύθυνση του Σπύρου Κρασάκη με το Ave Maria (μέρες πούναι) καταχειροκροτήθηκε.
Και βέβαια η Χορωδία Βαλανειού "Το Κόρο" & οι μουσικοί: Αυλωνίτης Σπύρος, Κουσουνής Γιώργος, Λουκανάρης Αντώνης υπό την διεύθυνση του Αλέκου Χαρτοφύλακα με εξαιρετική απόδοση και , εκτός των άλλων, με την εξαιρετική σόλο ερμηνεία της Έλενας Χαρτοφύλακα.
Η βραδυά συνεχίστηκε με τραπέζι έξω από το μοναστήρι του 'Αη Νικόλα.
Πάντα τέτοια και καλύτερα.
Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010
Έφυγε και ο Γρηγόρης.
Αυτόν τον μήνα έφυγαν πάνω απο δέκα Βαλανίτες . Δέν μπορείς να συνηθίσεις τον χωριό με την απουσία τους . Νομίζω ότι θα τον δώ στην καρέκλα του έξω απο το καφενείο.
Δυστυχώς το έμαθα αργά και δεν μπόρεσα να πάω στην κηδεία. Συνάντησα τον μικρότερο αδελφό του που ζεί χρόνια στην Νέα Υόρκη και μου το είπε.
Συλλυπητήρια στην οικογένεια.
Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010
Εκδηλώσεις τον Αύγουστο στο χωριό.
Καταρχήν έχουμε τις εκδηλώσεις του Πολιτιστικού συλλόγου που γίνονται σχεδόν κάθε σαββατοκύριακο με προβολές καλών ταινιών και με μεγάλη συμμετοχή.
Εν συνεχεία είμαστε εν αναμονή του θεατρικού έργου που θα παρουσιάση ο θίασος του συλλόγου μας.
Έχει σχεδιαστεί και η διοργάνωση μιας γιορτής με μουσική και χορό.
Ο Μουσικός όμιλος οργανώνει επίσης ένα φεστιβάλ χορωδιών με την συμμετοχή απο αρκετά χωριά της περιοχής μας.
Συμμετέχουν:
- Χορωδία Αγύρου, υπό την διεύθυνση του Νίκου Κοντογιώργη.
- Χορωδία & Μαντολινάτα Πολιτιστικού Συλλόγου Αυλιωτών, υπό την διεύθυνση της Ιωάννας Γιαννιώτη.
- Χορωδία Κασσωπαίων «Ο Απόλλων», υπό την διεύθυνση του Αλέκου Χαρτοφύλακα.
- Χορωδία Χωρεπισκόπων, υπό την διεύθυνση του Σπύρου Κρασάκη.
- Χορωδία Βαλανειού "Το Κόρο" & οι μουσικοί: Αυλωνίτης Σπύρος, Κουσουνής Γιώργος, Λουκανάρης Αντώνης υπό την διεύθυνση του Αλέκου Χαρτοφύλακα.
Καλή επιτυχία σε όλους.
Εν συνεχεία είμαστε εν αναμονή του θεατρικού έργου που θα παρουσιάση ο θίασος του συλλόγου μας.
Έχει σχεδιαστεί και η διοργάνωση μιας γιορτής με μουσική και χορό.
Ο Μουσικός όμιλος οργανώνει επίσης ένα φεστιβάλ χορωδιών με την συμμετοχή απο αρκετά χωριά της περιοχής μας.
Συμμετέχουν:
- Χορωδία Αγύρου, υπό την διεύθυνση του Νίκου Κοντογιώργη.
- Χορωδία & Μαντολινάτα Πολιτιστικού Συλλόγου Αυλιωτών, υπό την διεύθυνση της Ιωάννας Γιαννιώτη.
- Χορωδία Κασσωπαίων «Ο Απόλλων», υπό την διεύθυνση του Αλέκου Χαρτοφύλακα.
- Χορωδία Χωρεπισκόπων, υπό την διεύθυνση του Σπύρου Κρασάκη.
- Χορωδία Βαλανειού "Το Κόρο" & οι μουσικοί: Αυλωνίτης Σπύρος, Κουσουνής Γιώργος, Λουκανάρης Αντώνης υπό την διεύθυνση του Αλέκου Χαρτοφύλακα.
Καλή επιτυχία σε όλους.
Κυριακή 18 Ιουλίου 2010
Έφυγε και η Χρυσάνθη
Είναι από μαλλί προβατίνας, παρακαλώ.
Η Χρυσάνθη του Κοκόλη! Η πιο γλυκειά και αισιόδοξη γυναίκα του κόσμου.
Δεν είναι ότι δεν μπορούσε να αγοράσει ένα. Απλά δεν της αρκούσε ότι κι'ότι.
Ήθελε κάτι επώνυμο.
Κανονίσαμε να την βγάλω και φωτογραφία με τη ρόκα.
Κάτι μου συνέβηκε και δεν μπόρεσα να ανέβω στο χωριό.
Ci vediamo γλυκειά μου.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

