Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Η Κηδεία

Ένα ακόμα αδημοσίευτο διήγημα του Παπακαβάσιλα απο το χειρόγραφο του που μας στέλνει ο Χρήστος.



…και ρωτάω τον εαυτό μου
-Γιατί;
Και απάντηση δε λαβαίνω από πουθενά…

Θα το γράψω είπα μέσα μου κι ας γίνει ότι γίνει. Μα πως ν’ αρχίσω; Μια συνηθισμένη κηδεία είναι εύκολο να την περιγράψεις. Πως όμως να περιγράψεις τη κηδεία ενός παιδιού, αποδιωγμένου από τη στιγμή που γεννήθηκε, καθώς και της μητέρας του, από μια κλειστή κοινωνία με σαθρούς και απαράβατους κανόνες- τις μέρες του 1932- επειδή «νόμιζαν» πως ήταν μούλικο;

Τη λέξη «νόμιζαν» παρακαλώ να την τονίσετε. Γιατί δεν ήταν. Αλλά και να ήταν τι θα άλλαζε; Δεν θα ήτανε ένα παιδί; Δεν θα είχε πεθάνει; Η μάνα του, δεν θα ήταν η μάνα του; Εδώ δε θα συνέχιζαν να ζουν, μάνα και παιδί, αντιμετωπίζοντας τα ίδια βάσανα μαζί με όλους τους άλλους, τις ίδιες πίκρες και τις ίδιες δυσκολίες;

Και αν δεν πέθαινε αυτό το παιδί, τι ζωή του ετοίμαζαν να ζήσει όλοι, ακόμα και οι συγγενείς του;

Το παιδάκι το λέγανε Σπύρο. Την έκτη μέρα της ζωής του, η μάνα του είδε πως δεν ήτανε καλά, όπως ήξερε από τα άλλα της παιδιά, και μήνυσε στον παπα- Χάχαλη να έρθει να το βαφτίσει προτού πεθάνει. Το βάφτισε και σε λίγες μέρες πέθανε…

Η οικογένεια αυτή ήτανε φτωχοί άνθρωποι. Δεν είχαν χτήμα, ίσα- ίσα δυο ελιές να τρώνε λίγο λάδι κάπου- κάπου. Ο άντρας έφυγε και πήγε έξω από την Κέρκυρα για να δουλέψει, να ζήσει και αυτός, και να στέλνει στη γυναίκα του και στα παιδιά του ό,τι μπορούσε για να περνάνε. Η γυναίκα έκανε κι αυτή ότι μπόρουνε, όπως όλοι μας, να οικονομάει κάτι να φάνε και τα άλλα δύο παιδιά της.

Κατά κακή της τύχη η γυναίκα είχε κάποιο συγγενή σχετικά εύπορο ο οποίος πήγαινε που και που στο σπίτι, και ίσως να τους έδινε και καμιά βοήθεια. Ακόμα και ένα παξιμάδι για τη γυναίκα αυτή ήταν πολύ. Ο συγγενής της όμως, είχε «κακό όνομα» και η γυναίκα ήταν όμορφη. Ο κόσμος δεν ήθελε άλλο τίποτα να της κολλήσει τη ρετσινιά. «η γυναίκα έχει αγαπητικό». Μέχρι που πέθανε το παιδί το άκουγα κι εγώ. Όταν πέθανε όμως, σταμάτησαν όλοι να το κουβεντιάζουν.

Φεύγοντας ο άντρας της, την είχε αφήσει έγκυο. Ο κόσμος όμως δεν έκαμε καλό λογαριασμό. Ακόμα και οι δικοί της. Ο πεθερός της, ο κουνιάδος της, η συννυφάδα της… που όπως έλεγαν «είχε πολλά στο ενεργητικό της». Ακόμα και η μάνα της κι ο αδερφός της αντί να τη ρωτήσουν, να τους πει, να την πιστέψουν, άκουγαν τι έλεγε ο κόσμος.

Γέννησε χωρίς τη βοήθεια κανενός συγγενή. Δεν πήγε κανένας να δει το παιδί και τη λεχώνα. Μόνο η Σοφία του Μπουντή που ήτανε τότες μαμή αλλά και σαβανώτρια, ήταν και καλός άνθρωπος.

Και στην κηδεία λοιπόν δεν ήτανε κανείς. Μόνο η μάνα του παιδιού, και η Σοφία του Μπουντή. Που ήτανε και σαβανώτρια… αυτή έφερε την κάσα. Ένα κομμάτι σανίδι δηλαδή, εξήντα εκατοστά μάκρος και εικοσιπέντε πλάτος. Είναι πιθανόν να είχε και στο σπίτι της τέτοια σανίδα, γιατί τότες πέθαινε σχεδόν ένα παιδί κάθε μήνα. Αν δεν είχε, πρέπει να πήγε γύρω από το νεκροταφείο και να έψαξε μέσα στα χόρτα και μέσα στις μυρτιές, γιατί όταν θάβανε τα παιδιά, το σανίδι το πέταγαν εκεί γύρω και το άφηναν να σαπίσει. Αφού το καθάρισε από τα χώματα, τύλιξε το παιδί σε μια μπόλια της, αφού καμιά από τις δύο γιαγιάδες που είχε δεν ήταν εκεί, το συγύρισε και έστειλε κάποιον να πάει στον Αϊ Δημήτρη να φωνάξει τον παπά για να το κηδέψει.

Οι άνθρωποι που λάβανε μέρος σ’ αυτή τη κηδεία ήταν η μάνα του παιδιού, ο παπά- Χάχαλης, η Σοφία του Μπουντή, που είχε και το μεγαλύτερο ρόλο, ο Φιλιππής του Ράδου, κι εγώ που γράφω- ο παπά- Καβάσιλας- που είμαστε οι βοηθοί του παπά- Χάχαλη- γραμματικούδια.
Όλα τα συνειδητοποίησα ύστερα από πολλά χρόνια. Όταν έγινα άντρας και παπάς. Οι ίδιοι άνθρωποι που τότε λέγανε πως το παιδί ήτανε μούλικο, αυτοί έλεγαν μετά από χρόνια πως άδικα- οι άλλοι- συκοφαντούσαν μάνα και παιδί…
Μα ποιοι ήταν οι… άλλοι;
Και μόνος ρώτησα τον εαυτό μου, «πότε λέγανε την αλήθεια;»
Όταν γέννησε η γυναίκα λέγανε στα μαγαζιά ειρωνικά «να τση ζήσει» και κάνανε μια γκριμάτσα κοροϊδευτική…

Μετά από έξι μέρες αφ’ ότου γεννήθηκε το παιδί, ήμουν έξω από τον Άγι’ Αρσένη, ήταν απόγευμα και ήρθε ο παπά- Χάχαλης και μου λέει, «πάρε τη κολυμπήθρα και έλα μαζί μου στο σπίτι του Σ…, θα βαφτίσουμε το μωρό γιατί είναι άρρωστο». Ήταν και ο Φιλππής εκεί. Ήταν και αυτός γραμματικούδι του παπά- Χάχαλη. Πήραμε τη κολυμπήθρα και πήγαμε. Νουνά ήταν η θειά μου η Μαρίνα του Τσούρη. Δεν θυμάμαι αν μας έδωκε και κανένα δίφραγκο. Ασφαλώς θα μας έδωκε!

Ύστερα από λίγες μέρες, ενώ δούλευα τα αμπέλια στο χωράφι μας στο Αλώνι. Κατά τις έντεκα το πρωί, ακούω να με φωνάζει ο μπάρμπας μου ο Αντρέας και να μου λέει, «έλα Γιάννη έλα στο χωριό γιατί πέθανε» νομίζοντας πως θα καταλάβαινα ποιος πέθανε… μα ο λόγος ήταν φανερός: δεν μπορούσαν ούτε καν το όνομά να προφέρουν δυνατά. Ούτε της μάνας, ούτε του νεκρού πια παιδιού της.

Αφού με φώναξε ο μπάρμπας μου, σκουπίστηκα, ποδέθηκα, κι έτρεξα στο χωριό. Όταν μπήκα στο χωριό έμαθα ποιος πέθανε κι έτρεξα προς τον Άγ’ Αρσένη να προλάβω τον παπά, που μου είπανε πως είχε έρθει. Όπως περνούσα έξω από τη κουζίνα του Πουλή, που αργότερα έγινε κουρείο, με είδε ο Πουλής, κατάλαβε που πήγαινα και μου λέει: «Δεν πρόλαβες. Το πήρανε. Αλλά σύρε να ιδείς γιατί δεν είναι κανένας εκεί που να φελάει, και να μπορέσει να κάμει το λάκκο… δίκοπη τσούδωκα εγώ…». Ο Πουλής είχε δει αυτή τη παράξενη πομπή να περνάει στα κλεφτά μπροστά από το σπίτι του. Είχε δει το Φιλιππή, με κομμένα τα γόνατα από το φόβο του, να κουβαλάει το σανίδι με το νεκρό παιδί στον ώμο, και κατάλαβε.

Ανεβαίνω τον Καρλακάδη και φτάνω στον Άϊ Νικόλα. Εκεί τι είχε γίνει: το κλειδί της εκκλησιάς το είχε η Θοδώρα, και ο αδερφός της ο Αντρέας είχε πάει τσου Βοθύνους να τη φωνάξει που ήτανε με τα ζα της. Άργησε όμως να έρθει, και βρήκα τον παπά με το πετραχήλι και το θυμιατό έξω από την εκκλησιά. Είχαν αποθώκει το σανίδι με το νεκρό παιδί στο κατώφλι της πόρτας και το διαβάζανε. Δίπλα στον παπά, ήταν ο Φιλιππής κίτρινος σαν το λεμόνι από το φόβο του… κάθισα κι εγώ δίπλα στον παπά που διάβαζε ακόμα, και μετά από λίγο έρχεται η Θοδώρα λαχανιασμένη και φοβισμένη μην τη μαλώσει ο παπάς,  με το κλειδί στο χέρι. Ο παπάς όμως δε μίλησε. Άνοιξε τη πόρτα η Θοδώρα και μπήκαμε μέσα στην εκκλησιά.
Εμένα μ’ έτρωγε η περιέργεια να ‘δω ποιος θα σήκωνε τη σανίδα με το νεκρό παιδί, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν εδώ οι άνθρωποι που κάνανε αυτή τη δουλειά, οι πιτσικαμόρτοι. Οι νεκροθάφτες δηλαδή, που πήγαιναν σε όλες τις άλλες κηδείες του χωριού μας. Έσκαβαν και το λάκκο στο σωστό μέρος, στις σωστές διαστάσεις, αφού μέτραγαν μ’ ένα καλάμι τον πεθαμένο, και κάνανε και όλες τις άλλες δουλειές που τους αναλογούσαν. Αν δεν πήγαιναν οι νεκροθάφτες, κάποιοι συγγενείς αναλάμβαναν να κάνουνε αυτή τη δουλειά.

Με κατάπληξη βλέπω το Φιλιππή να σκύβει, να σηκώνει τη σανίδα με το νεκρό παιδί, και να προχωράει μπροστά προς το εσωτερικό της εκκλησιάς. Έκαμε να σταματήσει μέσα στην εκκλησιά, και να το αποθώκει αλλά ο παπάς δεν τον άφησε, «προχώρει», του λέει, κι εμένα μου λέει, «άνοιξε». Εγώ αμέσως έτρεξα να ανοίξω την άλλη πόρτα του ναού, που οδηγεί στο νεκροταφείο και βγήκαμε όλοι έξω. Προχωρήσαμε όλοι μαζί προς ένα σημείο που είδαμε λίγο χώμα φρέσκο σκαμμένο. Εκεί ήταν το μνήμα που είχε σκάψει ο Φιλιππής με τη δίκοπη που τους είχε δώκει ο Πουλής. Και ήταν όλο κι όλο είκοσι εκατοστά πλάτος, είκοσι εκατοστά βάθος, και σαράντα εκατοστά μάκρος. Με λίγα λόγια δε χωρούσε μέσα το παιδί. Τότε μου λέει ο παπά- Χάχαλης, «σκάψε λίγο ακόμα Γιάννη μην το βγάλουν οι σκύλοι κι έχουμε εμείς την αμαρτία». Έπιακα τη δίκοπη, εμεγάλωσα και βάθυνα το λάκκο και θάψαμε το παιδί…

Τα σχόλια για το πως, και για το γιατί, δεν φάνηκε κανένας άνθρωπος να βοηθήσει,   έστω και στον θάνατο, τα κάμαμε στην αρχή. Ήτανε μούλικο. Και δεν δικαιούνταν τίποτα. Ούτε καν να θαφτεί.
Αυτό που έκαμε ο παπά- Χάχαλης το αποφάσισε μόνος του. Και ήτανε αντίθετο στους άγραφους νόμους και στα έθιμα μιας μικρής κλειστής κοινωνίας εκείνη την εποχή. Μιάς κοινωνίας που υπέφερε από τους πολέμους τις κακουχίες και τη φτώχεια. Που τους δίνανε ένα κάρτο αλεύρι με το δελτίο για να κάμουνε λίγο ψωμί ή λίγη πουλέντα. Που τους κοροϊδεύανε η εξουσίες και οι παρτσινέβελοι… ο ένας θα έκανε τη Μεγάλη Ελλάδα, εξολοθρεύοντας ετούτη τη μικρή,  κι’ ο άλλος έφερνε στο λουτρουβιό τα δικά του αγγειά για να πέσει μέσα αυτό το έρημο το λάδι, και να το πάρει απ’ ευθείας, χωρίς να μείνει ούτε μια στάλα, ακόμα και για τους χωριανούς πιστωτές αυτών των ταλαιπωρημένων ανθρώπων.
Πως ζούσανε αυτοί και πως μεγαλώνανε τα παιδιά τους ήταν ένα μυστήριο…
Μάλλον δεν ήταν και δεν είναι. Αλλά πού να βρεθεί ο αρμόδιος να δώκει την απάντηση; Όσο και να προσπαθήσω- που το κάνω όπως μπορώ- να συνεισφέρω, ώστε να καλυτερέψει κάπως αυτή η κατάσταση… πάλι δεν γίνεται τίποτα…

Είναι Αλωνάρης του 1983. βρισκόμαστε στο τελευταίο δεκαήμερο του μήνα. Πέρασε και η γιορτή του Άϊ Λιά. Πριν το 1940 θα πήγαιναν πολλοί στο πανηγύρι με τα πόδια για να φάνε φτηνό ψημένο κοτόπουλο. Αυτό ήταν το χαρακτηριστικό του πανηγυριού. Τα φτηνά ψημένα κοτόπουλα. Τώρα εδώ στο χωριό περνάει απαρατήρητο.
Κάνει πολλή ζέστη αυτές τις μέρες, έχω και δύσπνοια. Μήτε στο κρεβάτι μπορώ να κάτσω, μήτε ασκωμένος, και το κεφάλι μου πονάει και χτυπά πίσω από τα αυτιά. Μου κόβεται η αναπνοή και πέφτω κάτω ξέπνοος και τσιλιπουρδάω από τους πόνους και τη δυσφορία.
Μα γιατί τα γράφω όλ’ αυτά; Ξέρω κι εγώ; Νομίζω πως πάλε δε θα κάμω τίποτα…
Θα γράφω, θα γράφω, θα γράφω, και ύστερα θα σκίζω, θα σκίζω, θα σκίζω, με μανία… θα έλεγα με μίσος. Αυτά που γράφω- όταν είναι αληθινά- είναι σχεδόν πάντα καλά. Αυτά που είναι ψέματα- βγαλμένα από τη φαντασία μου δηλαδή- δε μου αρέσουνε… όμως με πιάνει μια μανία να σχίζω μόνο τα καλά, και να αφήνω τα άλλα που δε μου αρέσουνε.

Με τον Φιλιππή του Ράδου, ήμασταν φίλοι και γειτόνοι. Εκείνος ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος από ‘μένα. Ήτανε καλό παιδί και πολύ αδύνατο. Ανήσυχο πνεύμα. Είχε παππού τον καλύτερο βιβλιοδέτη της Κέρκυρας. Ήταν ο μόνος που έκανε χρυσοτυπίες σε δεμένα βιβλία, φτιάχνοντας μια ειδική κόλα που κόλλαγε το χρυσάφι και δεν έφευγε ποτέ. Ποτέ του δεν έδειξε στον Φιλιππή- τον εγγονό του- να μάθει τη δουλειά, κι ο Φιλιππής κοίταζε λαθραία για να τη μαθαίνει… ναι κυριολεκτώ, και αγανακτώ που το θυμάμαι.
Μαζί πηγαίναμε στο Άγιο Βήμα κι εξυπηρετούσαμε τον παπά. Μαζί πηγαίναμε και στις άλλες γιορτές. Στον Άϊ Δημήτρη ή στη Παναγία τη Παντάνασσα, και του κάναμε τους ψάλτες. Μας έδινε κάπου- κάπου και κανένα δίφραγκο!
Εγώ ανακατευόμουν περισσότερο, γιατί ο πατέρας μου εχτός από ψάλτης ήταν και καντηλανάφτης. Δηλαδή «Νόντσολος», όπως τους λέγανε τότες. Τότες τα περισσότερα Μυστήρια γίνονταν στα σπίτια. Προπάντων τα βαφτίσια, σπανίως γίνονταν στην εκκλησιά. Ακόμα και οι γάμοι, μέχρι τις μέρες μου, όπου είχα κάμει κι εγώ μερικούς.
Ο Φιλιππής ήταν καλός και υπάκουος. Σε όλα ήταν πάντοτε παρών… εκτός απ’ τις κηδείες… τις απέφευγε γιατί φοβότανε πολύ. Είτε μικρός, είτε μεγάλος ήταν ο πεθαμένος… για τον Φιλιππή ήταν ένας πεθαμένος. Όταν πέθαινε κανένας στο χωριό, ο Φιλιππής πολλά βράδια δεν κοιμότανε καθόλου.
Γι’ αυτό κι εγώ τα έχασα όταν τον είδα να σηκώνει τη σανίδα με το νεκρό παιδί στο νεκροταφείο, και απόρησα, γιατί δεν ήξερα τι είχε προηγηθεί.

Λοιπόν να τι είχε συμβεί. Όταν ήρθε ο παπάς από τον Άϊ Δημήτρη- αυτή τη φορά ήρθε από τσι Χιλιδρονιές- άλλες φορές έρχονταν από το Στρινογούλι- πέρασε έξω από το σπίτι του Φιλιππή, και έξω από το δικό μου. Μας φώναξε, αλλά εγώ δεν ήμουν εκεί, και μόλις ξεμύτισε φοβισμένος ο Φιλιππής, του είπε «έλα εσύ, πάμε…». Ο Φιλιππής δεν μπορούσε να του ‘πει ότι δεν πάει, και ξεκινήσανε οι δυο τους για το σπίτι που ήτανε το πεθαμένο παιδί.
Στο σπίτι αυτό δεν ήτανε κανείς άλλος, εκτός από τη μάνα και τα δυο κατατρομαγμένα αδερφάκια του, κρυμμένα σε κάποια γωνιά, τρακαρισμένα και νηστικά. Η Σοφία του Μπουντή είχε φύγει για λίγο, να μαγειρέψει κάτι να φάει ο άντρας της το μεσημέρι, που θα γύριζε από τσι Βαθές που έσκαβε.
Πέρασε ο Φιλιππής από την εκκλησιά, για να πάρει το πετραχήλι και το θυμιατό με αναμμένα κάρβουνα, που θα εύρισκε από κάποια κουζίνα στο δρόμο. Αφού ο παπάς φόρεσε το πετραχήλι, πήρε το θυμιατό, θυμιάτισε, διάβασε ότι ήταν να διαβάσει, και περίμενε να ‘δει κάποιον που θα έπαιρνε το παιδί. Αφού έψαξε με το βλέμμα του και δεν είδε κανέναν, τότε λέει στον Φιλιππή: «Έλα Φιλιππή, πάρτο και πάμε…».
Ο Φιλιππής τάχασε. Χωρίς να μιλήσει έκαμε δυο βήματα πίσω, οπότε ο παπάς του ξαναλέει: «Έλα Φιλιππή, πάρτο να τελειώνουμε…»
«Όχι, όχι- ψέλλιζε ο Φιλιππής- εγώ δεν το παίρνω, δεν μπορώ…». «Πάρτο» του ξαναλέει ο παπάς. Ο Φιλιππής ανένδοτος. Τότε ο παπάς βάνει μια φωνή και του λέει, «θα το πάρεις;» πολύ δυνατά, «αν δεν το πάρεις εσύ, τότε βάλε το πετραχήλι, πάρε και το θυμιατό, και το παίρνω εγώ…» και τον κοίταξε άγρια μ’ εκείνα τα τρομερά του μάτια, που το ένα ήταν καστανό και το άλλο ήτανε γαλάζιο!

Ο Φιλιππής τρόμαξε ακόμα περισσότερο. Τι να κάμει. Παιδόπουλο ήτανε κι αυτός.
Έσκυψε και πήρε το σανίδι με το νεκρό παιδί, που ήταν τυλιγμένο με μια άσπρη καθαρή μπόλια τση Σοφίας- που ήτανε μαμή, αλλά και σαβανώτρια- και φύγανε για το νεκροταφείο…
«Ω, τις μη θρηνήσει, τέκνον μου, ότι βρέφος άωρον εκ μητρικών αγκαλών νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος επέτασας…».

Και όλ’ αυτά γιατί;
Γιατί τόσο οι συγγενείς, όσο και το υπόλοιπο χωριό, είχαν βγάλει το συμπέρασμα πως αυτό το παιδί ήτανε μούλικο…
Μούλικο τις είκοσι μέρες που είχε ζήσει… κι ύστερα… σαν το σπουργίτι γρήγορα πέταξες…

Η ζωή συνέχισε στους ρυθμούς της, σα να μην είχε γίνει τίποτα. Τα καφενεία ξαναγέμισαν κόσμο. Άρχισαν πάλι τα πειράγματα και τα τραγούδια. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να βρίσκονται ο ένας κοντά στον άλλον, να αγγίζουν στα κλεφτά ο ένας τον άλλον, σα να τους έσπρωχνε ένας ακατανόητος φόβος για το άγνωστο του επόμενου λεπτού…

Και ήτανε σα να περιμέναμε όλοι μαζί το επόμενο θύμα. Το θύμα που θα ήτανε κάποιος από ‘μας πάλι… μπορεί κι αυτός ακόμα, που θα αποφάσιζε ν’ αποτινάξει αυτό το φόβο… και να αρπάξει τη ζωή από τα πέτα, και να την ξετινάξει, και να μην την αφήκει να του ξαναφύγει πια από τα χέρια του… και να τη κουμαντάρει, και να την οδηγάει αυτός στα άγνωστα μονοπάτια της αλήθειας και της κατανόησης… και να μην την αφήνει να γυρίζει αδέσποτη μέσα στα γνώριμα λαγούμια της ψευτιάς της υποκρισίας και του φόβου, να διακονεύει…

Αλωνάρης 1983
ΠαπάΚαβάσιλας- Βαλανειό- Κέρκυρα.

Επιμέλεια: Χρήστος Κρασάκης- Φλεβάρης 2012.

2 σχόλια:

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΜΠΟΣ είπε...

Στη μνήμη του παπά-Κρασάκη
Ένας παπάς επαναστάτης, μια ευγενική φυσιογνωμία που έβγαινε έξω από τα στενά ιερατικά και κοινωνικά του ράσα για να στέλνει αγωνιώδη μηνύματα ανθρωπιάς, αδελφοσύνης και ισότητας σε μια κοινωνία του μέλλοντος. Ο παπα-Καβάσιλας ήταν για την εποχή του και για το χώρο του η προσωποποίηση της εκατομμυριόχρονης παγκόσμιας επανάστασης της κοινωνικής ισότητας και του ανθρωπισμού και είχε πλήρη συνείδηση του ρόλου του, πράγμα που αποδείχνουν τόσο τα γραπτά που κληροδότησε όσο και το γεγονός πως θεωρούσε χρέος του ακόμα και σε εκείνες τις ακραίες συνθήκες να γράφει, να γράφει και να σκίζει, να σκίζει με μανία, ακόμα και με μίσος ενάντια στην ανοησία και στην παλιανθρωπιά που τον έπνιγε, την ανοησία και την παλιανθρωπιά, το άσθμα της κοινωνίας που της προκαλεί ασφυξία. Γραπτά σαν αυτά του παπά-Καβάσιλα είναι οξυγόνο για την κοινωνία και την ανθρωπότητα που παλεύει να απαλλαγεί από το άσθμα που της προκαλούν οι θεωρίες, τα καπρίτσια και τα εγκλήματα των υποκριτικών σκοταδιστικών και εξουσιαστικών ιερατείων ενάντια στον Άνθρωπο, στην Ανθρωπότητα και στον Πολιτισμό της…
Κώστας Λάμπος

Ανώνυμος είπε...

Κώστα, σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
Μέχρι τώρα, πίστευα κι εγώ, πως "μιά ζωή χωρίς ομιλία και χωρίς πράξη είναι κυριολεκτικά νεκρή για τον κόσμο, γιατί έχει πάψει να είναι ζωή ανθρώπινη, αφού δεν βιώνεται πλέον μεταξύ των ανθρώπων".

Βλέπεις, όμως, τί γίνεται: ή κανένας δε διαβάζει, ή κανένας δεν ενδιαφέρεται... ή κανένας δεν καταλαβαίνει.

Εγώ δεν ξέρω τί κάνει ο καθένας.
Αυτό όμως που κατάλαβα, είναι πως δεν αξίζει πια τον κόπο να κάθομαι να ξεστραβώνομαι.

Χρήστος Κρασάκης.