Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Το Μιτσό τση Αναράϊδας


Ακόμα ένα διήγημα του Παπακαβάσιλα

Το Μιτσό τση Αναράϊδας

   Στις αρχές του περασμένου αιώνα, ακόμα ο κόσμος ζούσε από τη γη, κι έτρωγε τους καρπούς της, τις περισσότερες φορές έτσι όπως τους έπαιρνε από τα δέντρα και τα φυτά, χωρίς να περνούν από φόρμες ή μηχανήματα. Τα μόνα μηχανήματα που υπήρχαν, για να διευκολύνουν τους ανθρώπους, ήταν οι μύλοι και τα λουτρουβιά. Όπου υπήρχε νερό, οι νερόμυλοι, και όπου δεν υπήρχε, οι ανεμόμυλοι. Εμείς εδώ που έχουμε νερά, είχαμε τους νερόμυλους.
Στο χωριό μας υπήρχαν αρκετοί νερόμυλοι που αλέθανε το καλαμπόκι, που πολλές φορές τους το πήγαιναν κατευθείαν από τα χωραφούλια τους ο κόσμος το βράδυ. Όταν καθότανε ο ήλιος, και αποκαμωμένοι ζώα και άνθρωποι πήγαιναν στα σπίτια τους να ξεκουραστούν, οι μυλωνάδες έπιαναν δουλειά και άλεθαν νύχτα- μέρα με βάρδιες.
Υπήρχαν πελάτες από τα γύρω χωριά, από τα πιο απομακρυσμένα, ακόμα και από τη Λευκίμη έρχονταν να αλέσουνε μερικοί.

   Στο χωριό μας είχαμε πολλούς νερόμυλους, που οι ιδιοκτήτες τους ήταν πάντα συγγενείς. Πιο γνωστοί είναι δυο μύλοι, που δουλεύανε μέχρι πριν από λίγα χρόνια.
Ο ένας ήτανε στην Ιτιά, στου Μαριόλη, που δούλευε με νερά από πηγή, ο οποίος ανήκε στους Ζαχάτες. Οι Ζαχάτες είναι όλοι Κρασακαίοι, και κατάγονται από τρεις γενάρχες. Τον Λάτζουνα που είναι οι Μπουριτσαίοι, τον Δημητρέλο που είναι οι Νταλιεταίοι, και τον Νικολέτο που είναι οι Καβασιλαίοι.
Τα σπίτια τους είναι κάτω από τον άγ’ Αρσένη, και κάνουν ένα ημικύκλιο, αρχίζοντας από το σπίτι του Μαριγούλα, και φθάνοντας μέχρι το σπίτι του Μπουρίτση, από κάτω από την Κούρτη.
Ακόμα τσακώνονται με τους Μπανάτες, υπερασπιζόμενοι τον άγ’ Αρσένη!

   Ο άλλος μύλος ήτανε στον Πρίνο και δούλευε με νερά από το ποτάμι, και είχε ιδιοκτήτες Μπανάτες. Οι Μπανάτες είναι Βασιλακαίοι, αλλά όχι από το Τετράγωνο. Το Φόρο δηλαδή. Αυτοί που είχανε τον μύλο είχαν γενάρχη τον Θωμά τον Τζήμα. Ο οποίος ακόμα ζούσε το 1890, και άλεθε στον μύλο στη βάρδια του!
Τα Μπανάτικα είναι η γειτονιά που πιάνει τα σπίτια από του Μπιζίτα, του Σμπίρη, του Μπόγια, του Νταλιμάτσια, του Τόπου, και φθάνει μέχρι το σπίτι του Θύμιου του αγροφύλακα, πίσω από του Τσάντου το μαγαζί.
Τα σπίτια τους είναι κάτω από τον άη Γιάκουβο, και κάνουν ένα ημικύκλιο.
Ακόμα τσακώνονται με τους Ζαχάτες, υπερασπιζόμενοι τον άη Γιάκουβο!
Οι απόγονοι του Τζήμα είναι οι Σμπιραίοι. Αυτοί είχανε και τον μύλο στον Πρίνο.

   Σε σχέση με τους υπόλοιπους χωριανούς, οι μυλωνάδες, από άποψη διατροφής ήταν σε κάπως καλύτερη κατάσταση, γιατί τουλάχιστον είχαν, πιο συχνά από τους άλλους, λίγο αλεύρι να φτιάξουν ψωμί και να στηρίξουν το στομάχι τους, που δε δούλευε και τόσο καλά με όλα αυτά που τρώγανε από τη γη νωπά, όταν, και όπου τα βρίσκανε. 

   Αυτή τη νύχτα, που αρχίζει η ιστορία μας, είχε βάρδια στον μύλο στον Πρίνο, ο Νικόλας ο Σμπίρης.
Τέσσερις ώρες να φέξει, και δυο να βγει το φεγγάρι, τον έπιακε φιλάτο.
Φιλάτο λέγανε τότες, το κόψιμο. Πονοστόμαχο που άρχιζε δειλά- δειλά και κατά περιόδους, με λίγο πόνο στην κοιλιά, μέχρι που γίνονταν συνεχής, δυνάμωνε, και ήταν ανυπόφορος.

   Ήτανε νύχτα βαθιά και σκοτεινή. Ο Σμπίρης ήταν μόνος του στο μύλο. Η μούδα του Τζήμα αργούσε.
Ο Νικόλας βγήκε όξω στο χωράφι, κρατώντας τη κοιλιά του, και βογκώντας απ’ τους πόνους.

Τα βογκητά του τα άκουσε ο Σταμάτης ο Τσίγκες ή Μπουμπούτσος, που γύριζε μεσ’ στο σκοτάδι, μήπως βρει να φάει κανένα αστάκι.

   Η αφέγγαρη νύχτα ήταν τότε ο τέλειος σύμμαχος για όποιον ήθελε να πάει να κλέψει κάτι για να φάει. Δεν δούλευε με την όραση. Δούλευε με την αφή. Βέβαια σε ότι αφορά τα αστάκια, τα πράγματα ήταν σχετικά εύκολα. Έμπαινε μέσα στο χωράφι όρθιος, και έτσι ψαχούλευε τις καλαμποκιές μια- μια από τον πάτο, μέχρι τα χέρια του να βρούνε γρόγκο. Αυτός ο γρόγκος ήταν το αστάκι.
Με τα αγγούρια όμως, που οι αγγουριές σερνότανε στο χώμα, τι έπρεπε να κάνει; Το κόλπο ήταν απλό: ξάπλωνε μέσα στις αγγουριές, και κυλιότανε μέχρι να νιώσει γρόγκο σε κάποιο σημείο του σώματός του. Αυτός ο γρόγκος, ήταν το αγγούρι!

   Ο Σταμάτης ο Τσίγκες λοιπόν, μόλις άκουσε τα βογκητά του Σμπίρη, άρχισε να παίρνει στροφές, και να σκέφτεται πως με κάποιον καλό χειρισμό της κατάστασης, ίσως να ‘τρωγε κουλούρα από το μύλο, κι όχι κανένα αστάκι ωμό,  ετούτη την αφέγγαρη βραδιά!

   Πηγαίνει σιγά- σιγά εκεί που καθότανε διπλωμένος ο Σμπίρης και βογκούσε, και του λέει με τον χαρακτηριστικό του τρόπο, λίγο αργά και με τη μύτη: «Τι έχεις, ορέ Νίκο;»
Ο Σμπίρης δεν απάντησε, και συνέχισε να βογκάει και να κρατάει το στομάχι του. Έγειρε λίγο το κεφάλι του, και τον κοίταξε λοξά, όπως ήταν όρθιος από πάνω του.
«Θέλεις να σε βοηθήσω να πάμε στο χωριό, ορέ Νικόλα;» συνέχισε ο Τσίγκες.
«Όχι… άφηκέ με, άφηκέ με… δε μπορώ σου λέω…» έλεγε κρατώντας τη κοιλιά του απ’ τους πόνους ο Σμπίρης.

   Ήταν αδύνατος, αλλά ψηλός ο Σμπίρης. Ούτε βαρύς, αλλά ούτε και ελαφρύς. Τον ζύγισε με το μάτι ο Τσίγκες, και του λέει: «Έλα, ορέ Νίκο, να σε βάλω καλιβούτσια, να πάμε στο χωριό να σου κάμουνε χαμομήλι, να σε ξορκίσει και η Μάρω του Παπά, να σου περάσει…»

   Απελπισμένος ο Σμπίρης, και γνωρίζοντας πως ο Τσίγκες δεν έκανε για τέτοιες δουλειές, τι να κάνει; Μήπως είχε και άλλη επιλογή; Μέχρι να φτάκουνε στο χωριό, θα ‘ρχότανε κι ο Τζήμας να τον αλλάξει στο μύλο.

   Δέχτηκε να τονε βάλει καλιβούτσι ο Τσίγκες, και να πάνε έτσι, ανεβαίνοντας την Καντούνα, από τον Πρίνο στο χωριό!

   Οι Βαλανίτες, που ξέρουνε το δρομολόγιο, αμέσως θα σκεφτούν πως η Καντούνα δεν ανεβαίνεται καλιβούτσια. Είναι αδύνατον, ακόμα και μέρα. Αφού αγκομαχάνε τα γαϊδούρια για να ανέβουν τη γουλάδα. Μπορεί ο Σμπίρης να μην ήταν πολύ βαρύς, αλλά κι ο Τσίγκες δεν ήτανε κανένας μπρατσωμένος, και ούτε από ‘κείνους τους τύπους που αποφασίζουν γρήγορα να κάνουν κάτι, και το φέρνουν σε πέρας που να γυρίσει ο κόσμος ανάποδα!
   Για κανένα αστάκι είχε κατέβει τη Καντούνα με τα αναραϊδικά νυχτιάτικα, για να μη τον πιάκουνε. Ψηλαφιστά, τέσσερις ώρες να βγει ο ήλιος, και δυο το φεγγάρι.

   Τέλος πάντων, χαμήλωσε όσο μπορούσε ο Τσίγκες, κι ο Σμπίρης ανέβηκε καλιβούτσια, σφαδάζοντας από τους πόνους. Ανακουφίστηκε κάμποσο, όπως η κοιλιά του σφίχτηκε στην πλάτη του Τσίγκε, και πέρασε τα χέρια του στο λαιμό του για να στηρίζεται και να μη γλιστράει.

   Ξεκινήσανε με όση όρεξη μπορεί να υπάρχει σε τέτοιες περιστάσεις. Περάσανε μπροστά από τον μύλο, είδανε τον Τζήμα που είχε πάει στη θέση του, και μετά από λίγο φτάκανε τσι Ρογκιές. Εκεί που είναι τα αμπέλια του Τσέλη σήμερα, και είναι σιάδι ακόμα.
Εκεί λοιπόν, σταματάει κι ο Τσίγκες και σιγά- σιγά, τον αποθώνει σε μια αποτηλιά.
Ο Σμπίρης δεν κατάλαβε το λόγο που σταμάτησε και τον ξεφόρτωσε ο Τσίγκες. Νόμιζε πως τον απόθωκε για να ξεμουδιάσει, και σε λίγο θα συνέχιζαν για το χωριό.

   Ο Τσίγκες όμως δεν είχε την ίδια γνώμη. Λίγο πιο πάνω άρχιζε η Καντούνα, και έτσι κι αλλιώς, δεν είχε σκοπό να την ανέβει. Ούτε άδειος, ούτε φορτωμένος. Αυτός κουλούρα ήθελε μόνο να φάει! Και η κουλούρα ήτανε πίσω, στον μύλο!

   Αφού κατάλαβε ο Σμπίρης ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, λέει στον Τσίγκε: «Έλα Σταμάτη μου, πάμε να αρεβάρουμε στο χωριό, να μου κάμουνε κανένα ντεκότο, να μ’ αλαφρώσει…»
«Δίκιο έχεις Νικόλα. Αλλά εγώ, δε μπορώ να σε βάλω άλλο καλιβούτσια. Πράτει μπροστά, κι εγώ θα σε βαστάω από πίσω, από τη μέση, θα σ’ αμπώνω, όπου είναι ανήφορος, και αγάλι- αγάλι, θα αρεβάρουμε…» του λέει με την ένρινη φωνή του ο Τσίγκες!
Τι να κάμει ο Σμπίρης; Μπόρουνε, δε μπόρουνε ξεκίνησε μπροστά, και από πίσω ο Τσίγκες τον άμπωνε… φτάσανε στους πρόποδες της Καντούνας, που τέτοια ώρα, ήταν φίσκα στα αναραϊδικά…

   Ας κάμουμε άλλη μια παρένθεση. Έχει ενδιαφέρον.
Τα παλιά χρόνια για κάθε δρόμο λίγο έξω από το χωριό, και σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο, υπήρχε και ένας θρύλος. Με διαόλους, με αναράϊδες, με την Κακή Ώρα, με τον Μώρο, τη Μονοβύζα, με το μιτσό τση αναράϊδας που ήτανε κουτσό, και το είχαν δει να πρατεί πότε μπροστά, και πότε πίσω από τα αναραϊδικά, και να αλλάζει, και να γένεται πότε ασκί, πότε γάϊδαρος, και πότε τράος με τεράστια στριμμένα κέρατα!
   Τα περισσότερα από αυτά τα παραμύθια, τα ‘βγαζε ο Σουβλάκης. Όλοι τα πιστεύανε, και κανένας δεν τα πίστευε. Όλοι ύστερα φοβότανε να περνάνε από τα συγκεκριμένα σημεία, και κανένας δε φοβότανε!
   Στο γιοφύρι τση Κουρκούλενας, ήτανε το στρατηγείο των ξωτικών! Από κει ξεκινούσε το κακό. Στο δρόμο για τους Κυπριανάδες, στον Σταυρό, ήταν άλλα ξωτικά. Στα Πάνωμπέλια, έξω από τον άη Νικόλα ήταν άλλα, που έβγαιναν από τα κιβούρια, και ξαναμπαίνανε, και φέγγανε όπως οι κωλοφωτιές.
   Στο δρόμο για τσι Αγορές ήτανε η Μονοβύζα, στο χωράφι του Τσέργα. Μια αναράϊδα που στο κέντρο του στήθους της είχε ένα τεράστιο βυζί. Που για να μην την εμποδίζει όταν κατέστρεφε τα σπαρτά, του ‘δινε μία… και το πέταγε στον ώμο της, και έφτανε πίσω μέχρι τη μέση της. Ο Τσέργας δεν είχε φυτέψει ποτέ τίποτα εκεί. Μόνο μια χρονιά που είχε βάλει αγγουριές, μόλις μεγάλωσαν και άρχισαν να καρπούν, ένα πρωί τις βρήκε όλες πατημένες, λες και κάποιος πήγε τη νύχτα και… κυλιότανε απάνω τους!!
   Στο δρόμο για τα Κρασακάτικα, στο Πηγάδι τση Μαρούλως, ήτανε η Κακή Ώρα. Αυτή, τελείως ξεδιάντροπη, έβγαινε το μεσημέρι. Από τσι δώδεκα μέχρι τσι τέσσερις. Όποιος περνούσε τέτοια ώρα από κει τον έπιανε σκοτούρα, του φεύγανε τα ζα και ο γάϊδαρος, και πηγαίνανε μόνα τους στο χωριό! Κι αν έριχνες το σίκλο για να βγάλεις νερό, άκουγες παράξενες φωνές, και δε μπόρουνες να τονε τραβήξεις έξω απ’ το πηγάδι μετά!
   Μέσα στα χωράφια του Μπάρου ήτανε ο Μώρος. Ο φοβερός και τρομερός γέρος, με τα άσπρα μαλλιά, μ’ ένα παλούκι στο ένα χέρι, ένα κασσάρι στο άλλο, και με άγριες σεξουαλικές διαθέσεις! Καμία γυναίκα δεν τολμούσε να πάει στου Τρουμπάνη. Τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια!

   Και για τον Πρίνο φυσικά ήταν η Καντούνα! Είκοσι μέτρα πιο πάνω, από κει που ξεφόρτωσε τον Σμπίρη ο Τσίγκες!
Γιομάτη ξωτικά και αναράϊδες. Εκεί ήτανε και η μεγάλη αναράϊδα που κρατούσε το μιτσό της από το χέρι. Βγαίνανε τέτοια ώρα και κάνανε πράματα φρικτά!
Τι κάνανε ακριβώς, κανένας δεν ήξερε να σου πει, εκτός απ’ τον Σουβλάκη που τα σκάρωνε κατά περίσταση!
Εκεί που είναι η απότομη ανηφόρα, και λίγο παραπάνω που το στρατί πάει για τον Ασώματο, είναι φίσκα στα αναραϊδικά.
Ακόμα και τώρα, για να περάσει τέτοια ώρα χωριανός από κει, πρέπει να είναι ή πολύ θαρραλέος ή πολύ πονηρός!

Οι φίλοι μας- και οι δυο- είχαν το ένα από τα παραπάνω γνωρίσματα!

   Λίγο πριν, όταν είχαν αρεβάρει στο στρατί που πάει για τσι Παλιοφυτιές, ο Τσίγκες είχε αρχίσει να μαζεύει πέτρες και να τσι βάνει στη μπούρσα του.

   Εδώ λοιπόν, είκοσι μέτρα πριν το σημείο με τα ξωτικά, αφήνει τον Σμπίρη μόνο του, πηγαίνει δέκα μέτρα μπροστά, τον καταπίνει το σκοτάδι, και αρχίζει να πετάει τις πέτρες πάνω σε μια μεγάλη αποτηλιά, ώστε να χτυπάνε εκεί, και ύστερα λόγω της κατηφόρας, να γυρίζουν πίσω και να προσγειώνονται στο σιάδι. Εκεί που περίμενε ο Σμπίρης, και, που- λίγο πιο κάτω- εξαντλούσανε τη φόρα τους.
Μια μεγάλη πέτρα πέρασε με θόρυβο δίπλα του, προχώρησε με φόρα προς τα κάτω,  πέρασε ανάμεσα από τα ποδάρια του Σμπίρη, και σταμάτησε λίγο πιο κάτω στο σιάδι.
Ο Σμπίρης σκιάχτηκε, και βογκώντας έβαλε τις φωνές.
Τα χρειάστηκε όμως και ο Τσίγκες, που από ένα σημείο και μετά, δεν ήταν σίγουρος ότι όλες αυτές οι πέτρες που ξαναγύριζαν πίσω, ήταν οι δικές του!

   Άρχισε να σταυροκοπιέται και να λέει: «άη Νικόλα που είσαι απόπερα, άγια Τριάδα, βοήθα…» και πέταξε γρήγορα άλλες δυο πέτρες που του είχαν μείνει, με όση δύναμη είχε. Και όλες αυτές οι πέτρες, λόγω της κατηφόρας, ξαναγύριζαν πίσω. Πέρναγαν με θόρυβο δίπλα από τον Σμπίρη που στο τέλος τα χρειάστηκε ακόμα περισσότερο!

   Τώρα ο Τσίγκες αποφάσισε να ρίξει το τελευταίο του χαρτί στο παιγνίδι, που αν κέρδιζε, θα ‘τρωγε κουλούρα, και ίσως έπινε και κρασί!

   Γυρίζει πίσω τρομοκρατημένος και σταυροκοπούμενος, στέκεται μπροστά στον Σμπίρη και άρχισε να λέει: «Οπω- πω, ορέ… άγια Τριάδα και άη Νικόλα μου βοήθησε… Εγώ Νικόλα μου δε πρατώ άλλο. Δεν πάω στο χωριό… Φοβάμαι μη με φάνε… Είναι όλα εκεί και χαλάσανε τη τροχαλιά του Τάτση του Γαϊδάρου… Επελήσανε κάτι αγκωνάρια όπως ο Ορθόλιθος… δεν  είδες; Είναι όλα μαζί… και κείνο το μιτσό… το κακό, το βαστάνε από το χέρι να μη τσου φύγει… τώρα εγίνηκε σα διαολίτσι, με κέρατα από κρέας και με μούτρο γρουνιού… Φοβάμαι, τρέμω Νικόλα… Θα σε περιμένω στον μύλο… φεύγω… αρρώντα… κάμε ό,τι θέλεις.»
Και παίρνει τη κατηφόρα να γυρίσει στον Πρίνο απ’ όπου είχαν ξεκινήσει!

   Τα πατήματα τα ήξερε καλά. Το σκοτάδι δεν τον εμπόδιζε, και σε πέντε λεπτά έφτασε στο χωράφι του Ζαχαρία, που ήταν απέναντι από τον τράφο, και περίμενε να δει τι θα έκανε ο Σμπίρης.
Θα γύριζε πίσω στον μύλο ή θα πήγαινε στο χωριό μόνος του; Ή… θα πάθαινε  τίποτα… άρχισε να ανησυχεί λιγάκι!

   Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Σε δέκα λεπτά, τον ακούει απέναντι από το ποτάμι, στο χωράφι του Καρέτα!
Ησύχασε, και κίνησε κι αυτός σιγά- σιγά. Όταν τον αρέβαρε του λέει με τη μύτη: «Σου πέρασε Νικόλα μου το κόψιμο;»
Ο Σμπίρης δεν απάντησε και τράβηξε για τον μύλο. Πήρε και ο Τσίγκες το κατόπι του χαμογελώντας ικανοποιημένος. Τα πράγματα πήγαιναν απροσδόκητα καλά!

   Σε λιγάκι είδανε στο φως τση λαδοφωτιάς του μύλου, τον άλλο μυλωνά, τον Τζήμα, που άλεθε τα «αποθωτά».
«Αποθωτά» λέγανε οι μυλωνάδες, τα αλέσματα, που άφηναν οι αλεσματάρηδες, για να τα αλέσει αργότερα μόνος του ο μυλωνάς.

   Μόλις μπήκανε μέσα στον μύλο, ο Σμπίρης δεν φαινότανε να πονάει, και ο Τσίγκες όλο γλύκα του λέει: «Γλέπω Νικόλα, που σου πέρασε το κόψιμο τέλεια! Δόξος ο Θέος!…»
«Γελάς κακούργε. Που μ’ απαράτησες στη Καντούνα, ε; Φεύγα από ‘δω. Θα σε τσακίσω μ’ αυτό που μου ΄καμες.» Είπε ο Σμπίρης, και τον εξεμπούρισε με ένα ξύλο.

   Φυσικά ο Τσίγκες δεν έφυγε. Το είχε πάρει το παιγνίδι. Έκατσε όξω από τον μύλο, όσο να περάσει η χολή του Νικόλα. Και δεν εμπήκε μέσα, ίσιαμέ που τον φώναξε ο ίδιος!

   Και φάγανε όλοι μαζί, την κουλούρα που εντωμεταξύ είχε ετοιμάσει ο Τζήμας!
Την κουλούρα την άγινη από καλαμποκάλευρο!
Φάγανε και οι τρεις. Έπιανε και μια κολώκα κρασί, και πέσανε στα βράχλα και κοιμηθήκανε…
   Όσο για τον Νικόλα το Σμπίρη;
Ποτέ δεν τον εξανάπιακε το στομάχι του, από ‘κείνη τη βραδιά, μέχρι που πέθανε από άλλη αρρώστια…  


ΠαπαΚαβάσιλας
Βαλανειό- Κέρκυρα- 1972.
Χρήστος Κρασάκης- 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια: