Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Ο Μπιζίτας


Οι  περιγραφές που είχα ακούσει από τους δικούς μου ήταν τόσες πολλές και τόσο ακριβείς που νόμιζα ότι τον ήξερα πάντα.
Ήταν σχετικά  κοντός  μάλλον αδύνατος , πάντα σοβαρός, μάλλον θυμωμένος , νευρικός, πάντα πολυάσχολος και με εκείνα τα αυτοσχέδια γυαλιά που μονίμως καθόταν στραβά πάνω στην μύτη του.
Ο Μπιζίτας ήταν από τους τελευταίους των παλαιών «πραματσούληδων».
Οι πραματσούληδες ήταν περιπλανώμενοι μικρέμποροι. Γύρναγαν από χωριό σε χωριό πουλώντας κυρίως είδη κουζίνας , υφάσματα , ρούχα κλπ.
Ο Μπιζίτας είχε ειδίκευση σε πλαστικές λεκάνες, κατσαρόλες, μπάλες και παιχνίδια και ότι ήταν πλαστικό εν γένει.
Τον πρωτοείδα  μπροστά στο τελωνείο Αύγουστο του 1985. Μόλις είχα έρθει από την Αθήνα και δούλευα σε μια εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων απέναντι από το Τελωνείο. Μπροστά στο τελωνείο γινόταν χαμός. Τουριστικά λεωφορεία, ταξί, τουρίστες πεζοί με σακκίδια, αυτοκίνητα μηχανάκια όλα ανακατεμένα και να κορνάρουν.
Ασφυξία!

Ξάφνου εμφανίζεται  στον ορίζοντα το «πλοίο της Αγάπης». Έτσι είχε ονομασθεί εκείνο το φοβερό όχημα του Μπιζίτα.
«Εμφανίζεται» τρόπος του λέγειν.  Αυτό που έβλεπαν οι έκπληκτοι τουρίστες να περνάει από μπροστά τους ήταν μια κινούμενη μάζα από πλαστικές λεκάνες και ανάμεσα από τις λεκάνες ένα αγχωμένο πρόσωπο με στραβά γυαλιά που προσπαθούσε να δει τον δρόμο.
Στην διασταύρωση μπροστά από το τελωνείο συμβαίνει το αδιανόητο. Λύνεται κάποιο σχοινί και γεμίζει ο δρόμος μπάλες , λεκάνες και κάθε λογίς πλαστικό.
Μένει το πλοίο της αγάπης όπως το γέννησε η μάνα του. Ένα τετράγωνο αυτοσχέδιο αυτοκίνητο-τρακτέρ-φορτηγάκι με χοντρές λαμαρίνες και ντιζάιν  ενός άγνωστου και δαιμόνιου κερκυραίου  Λαμαρινά.
Έτρεξα και εγώ, και άλλοι να βοηθήσουμε τον Μπιζίτα να μαζέψει τα πράγματα και να ξεμπλοκάρει ο δρόμος. Μάλλον δεν με πρόσεξε μέσα στον χαμό. Αργότερα τον είδα πολλές φορές στο χωριό η στο σπίτι της Μαρίας της κόρης του. Δεν μου μιλούσε ποτέ. Δεν είχε πολλές κουβέντες. Ήταν πάντα βιαστικός. Ερχόταν στο σπίτι της Μαρίας και πάντα τους έφερνε κάτι.
Την αγαπούσε πολύ την Μαρία.
Το Πλοίο της αγάπης είχε υποστεί διάφορες μετατροπές προκειμένου να ανταποκριθεί στην ιερή αποστολή του.
Καταρχήν είχε έναν αυτοσχέδιο υαλοκαθαριστήρα που τον κινούσε αριστερά δεξιά   από «μέσα».  Αυτήν την μέθοδο την εφάρμοσε προκειμένου να απαλλαγεί από τον καθαρισμό των τζαμιών με την γιακέτα του εν κινήσει.
Είχε επίσης μια κόρνα που αποτελούταν από ένα μπουκάλι οινοπνεύματος που το ζούλαγε, ένα λαστιχένιο σωληνάκι και μια κόρνα στερεωμένη στο φτερό του πλοίου της αγάπης.
Είχε τοποθετήσει έναν ροζ πλαστικό καθρέπτη ξυρίσματος (από αυτούς που εμπορευόταν) σε ένα κλαρί ελιάς και τον είχε στερεώσει έξω από το παράθυρο για να βλέπει πίσω.
Είχε κάνει πολλές πατέντες εκείνη όμως που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το «κουμπάστακο».
Την Ιστορία με το κουμπάστακο μου την αφηγήθηκε ο Κώστας Βλάχος (ο άντρας της Μαρίας του Κίτσου και κόρης του Μπιζίτα).
Ερχόταν τότε στο χωριό ένας άλλος συνάδελφος πραματσούλης που πρόβαλε ταινίες του σινεμά στον Αγιάκωβο.
Εκείνη την μοιραία ημέρα θα προβάλλονταν η ταινία «ο Αγαπητικός της βοσκοπούλας» και το φορτηγάκι του κινητού μηχανικού προβολής ταινιών με βοηθό τον Κώστα Βλάχο ανέβαινε αγκομαχώντας στο Βαλανειό.
Μόλις έφτασε στην κορυφή του ανήφορου το ψυγείο πέταξε την τάπα από την υπερθέρμανση.
Το Φορτηγάκι τσούλησε αργά και σταμάτησε μπροστά στην πόρτα του Μπιζίτα.
Κατέβηκε ο Μπιζίτας και απεφάνθη: «Χρειάζεται κουμπάστακο».
Το Κουμπάστακο είναι το μέσα κοτσάνι ενός καλαμποκιού . Είναι κωνικό , σκληρό και αν το σφηνώσεις στην τρύπα της τάπας συνεχίζεις την πορεία σου μέχρι να βρεις βενζινάδικο.
Ώσπου να βρει κουμπάστακο ο Μπιζίτας πρόλαβε ο Κώστας και γνώρισε την Μαρία που εντωμεταξύ είχε  βγει και αυτή έξω.
Έτσι ξεκινάει η επόμενη φάση της εξέλιξης της οικογένειας.
Εξαιτίας ενός κουμπάστακου.
Κουβεντιάζαμε το δεκαπενταύγουστο με την Αντιγόνη του Κίτσου   (την εγγονή του Μπιζίτα ) και λέγαμε για την τυχαιότητα που μας πηγαίνει όπου θέλει αυτή. Μου έφερε μια παλιά φωτογραφία και τα γυαλιά του πάππου να τα φωτογραφήσουμε. Μιλήσαμε αρκετή ώρα για αυτόν και γελούσαμε .
Σκεφτόμουν μακάρι όλοι μας να αξιωθούμε να μας θυμούνται με τόση αγάπη και τόση τρυφερότητα οι απόγονοί μας.
Ο Μπιζίτας ήταν ένας άνθρωπος που δεν καθόταν στο καφενείο.
Γενικά δεν καθόταν.
Συνήθως τον έβρισκες σε απίθανα μέρη στην μέση του δρόμου να προσπαθεί να επισκευάσει το πλοίο της αγάπης.
Πολέμησε σε όλη του την ζωή με νύχια και με δόντια για να μεγαλώσει τα παιδιά του σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας που άλλους τους έστειλε στην ξενιτιά.

Πολλοί έρχόταν στο χωριό με ύφος νιοράντε.

Αυτός δεν προσπαθούσε να αποδειξει τίποτα και σε κανένα.
 Έμεινε έδωσε την μάχη και τα κατάφερε.
Παλιά συζητούσαμε με τον πατέρα μου και μου έλεγε ότι μόνον άνθρωποι σαν τον Μπιζίτα θα μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο.
Το Βαλανειό τον θυμάται πάντα με αγάπη με θαυμασμό και με ένα χαμόγελο.
 Το Τραγούδι του Fabrizio de Antre  Volta la carta” που επισυνάπτω παρακάτω είναι μια αφιέρωση στην Αντιγόνη που η τύχη την οδήγησε στη Λήμνο. Να το ακούει τον χειμώνα . Και με την ευχή να γυρίσει σύντομα στην πατρίδα.
Το Τραγούδι μιλάει για την παντοδυναμία της τυχαιότητας (Όπως πίστευε ο ποιητής) και την μετάφραση την έχει κάνει η αφεντιά μου.  
video

5 σχόλια:

Μαρίτσα είπε...

Ερώτηση: η Αντιγόνη δεν είναι κόρη του Βαρώνου και όχι του Κίτσου;
Πολύ ωραίο, μπράβο!

Σταματης Κυριάκης είπε...

Η Αντιγόνη του Κίτσου είναι κόρη του "Βαρώνου".
Όπως και η Μαρία του Κίτσου είναι κόρη του Μπιζίτα.

Ανώνυμος είπε...

Παλιά, πριν αλλάξει σπίτι, έμενε κάτω από τον Αγιάκουβο δίπλα στου Σμπίρη, στα φοβερά Μπανάτικα. Μαστόρευε το όχημά του στο δρόμο, ή έξω από το σπίτι του.
Μια μέρα που του πήγαιναν όλα στραβά, έβριζε δυνατά και σου έδινε την εντύπωση πως βλαστημάει όσο παίρνει.
Ο πατέρας μου κάθονταν έξω από το σπίτι μας σε μικρή απόσταση από αυτόν, και τον άκουγε, αλλά χαμογελούσε και δεν αντιδρούσε, σαν παπάς του χωριού. Εγώ ήμουν εκεί κοντά.
Κάποτε περνάει μια γριά, από τη κάτω ρούγα, ζαλωμένη ένα γιομάρι ξύλα. Σταματάει και λέει του πατέρα μου: καλός παπάς είσαι, που κάθεσαι κι ακούς το Μπιζίτα που βλαστημάει και δεν του λες τίποτα. Ο πατέρας μου της απαντάει: μα, δεν βλαστημάει ο άνθρωπος, τι να του πω; Άκουσέ τον…
Μου έκανε κι εμένα εντύπωση, και αφουγκράστηκα μαζί με τη γριά, από τη κάτω ρούγα… ακούστε τι έλεγε μεταξύ άλλων στο φορτηγό:
Γαμώ τον έναστρο ουρανό
Γαμώ τη κούνια που σε κούναγε
Γαμώ τα σπάργανα που σε τυλίξανε
Γαμώ το βυζί που σε βύζαξε
Γαμώ τα ουράνια σώματα
Γαμώ τσου πεθαμένους σου (του φορτηγού)
Και πολλά άλλα, που αν τα θυμάται η Μαρία, γεμίζεις δύο σελίδες το λιγότερο!

Το κυρίως εργαλείο του, ήταν μια βαριοπούλα που μάλλον τη χρησιμοποιούσε για να… το βαράει παρά για να το φτιάχνει, όταν νευρίαζε, και ο θρυλικός κάβουράς του, πάντα γεμάτος γράσα και λάδια, που ακόμα νομίζω πως όλοι οι κάβουρες έτσι πρέπει να είναι!
Περιττό να πούμε ότι αυτός, έστριβε τα τρομερά τσιγάρα του από τότε, κι όχι σαν τις «εναλλακτικούρες» τις σημερινές, που το κάνανε μόδα τώρα!!

Όταν πέθανε ο πατέρας μου, πήγε και ζήτησε- με όλους τους τύπους- από τη μάνα μου, ένα τεράστιο αμόνι από τα παλιά τα πολύ βαριά…
Τι μπορούσε να κάνει με αυτό το αρχαίο εργαλείο, κανείς δεν έμαθε ποτέ:
Υποθέτω, για συναισθηματικούς λόγους, που λένε.
Γιατί ο Γιάννης ήταν πολύ συναισθηματικό άτομο, αλλά δεν τον ένοιαζε να το δείχνει.
Δεν τον ένοιαζε να δείχνει τίποτα!!!


Χρήστος.

Μαρίτσα είπε...

Ωραίος!!!

Αντιγόνη του Κίτσου είπε...

Ήταν φοβερός άνθρωπος τι να πρώτο θυμηθείς!!! Σε ευχαριστώ πολύ για την αφιέρωση!!! Πολύ ωραίο τραγούδι!!!!